119 αποτελέσματα για «官»

官庁街 かんちょうがい

ουσιαστικό

  1. 01 κυβερνητική συνοικία
官立 かんりつ

ουσιαστικό

  1. 01 εθνικός, ιδρυμένος από την κυβέρνηση
官僚機構 かんりょうきこう

ουσιαστικό

  1. 01 γραφειοκρατικός οργανισμός, γραφειοκρατία
官僚主義 かんりょうしゅぎ

ουσιαστικό

  1. 01 γραφειοκρατία
官員 かんいん

ουσιαστικό

  1. 01 κυβερνητικός αξιωματούχος
官報 かんぽう

ουσιαστικό

  1. 01 επίσημη εφημερίδα της κυβέρνησης, κυβερνητικό δελτίο
  2. 02 επίσημο τηλεγράφημα
官制 かんせい

ουσιαστικό

  1. 01 κρατικά ελεγχόμενος οργανισμός ή εγκατάσταση (οργανισμός)
官兵 かんぺい

ουσιαστικό

  1. 01 κυβερνητικός στρατιώτης
  2. 02 αξιωματικοί και οπλίτες
官途 かんと

ουσιαστικό

  1. 01 δημόσια υπηρεσία, κρατική απασχόληση
官房長 かんぼうちょう

ουσιαστικό

  1. 01 γενικός γραμματέας του υπουργικού συμβουλίου
官営 かんえい

ουσιαστικό

  1. 01 κρατική διαχείριση
官衙 かんが

ουσιαστικό

  1. 01 κυβερνητικό γραφείο, δημόσια υπηρεσία
官界 かんかい

ουσιαστικό

  1. 01 γραφειοκρατία, δημόσια διοίκηση
つかさ

ουσιαστικό

  1. 01 γραφείο, αξιωματούχος
  2. 02 αρχηγός, επικεφαλής
  3. 03 πρόσωπο (συνήθως γυναίκα) που εκτελεί θρησκευτικές τελετές (στα νησιά Γιαεγιάμα στην Οκινάουα)
官給品 かんきゅうひん

ουσιαστικό

  1. 01 κρατικά εφόδια, είδη δημόσιας έκδοσης
官費 かんぴ

ουσιαστικό

  1. 01 κρατική δαπάνη
官許 かんきょ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κρατική άδεια, επίσημη άδεια
官学 かんがく

ουσιαστικό

  1. 01 κρατικό σχολείο
官有 かんゆう

ουσιαστικό

  1. 01 κρατικός, δημόσιος
官名 かんめい

ουσιαστικό

  1. 01 επίσημη θέση ή τίτλος