66 αποτελέσματα για «客»
客体 きゃくたい
ουσιαστικό
- 01 αντικείμενο
客待ち きゃくまち
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 αναμονή για πελάτες
客寄せパンダ きゃくよせパンダ
ουσιαστικό
- 01 κράχτης, πόλος έλξης, μαγνήτης κοινού
客先 きゃくさき
ουσιαστικό
- 01 πελάτης, εντολέας
客員 きゃくいん
ουσιαστικό
- 01 φιλοξενούμενο μέλος, συνεργαζόμενο μέλος, επίτιμο μέλος
客扱い きゃくあつかい
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 φιλοξενία
- 02 αντιμετώπιση ως επισκέπτη
客室係 きゃくしつがかり
ουσιαστικό
- 01 υπάλληλος υποδοχής ξενοδοχείου, θαλαμηπόλος πλοίου
客あしらい きゃくあしらい
ουσιαστικό
- 01 φιλοξενία, εξυπηρέτηση, περιποίηση πελατών
客単価 きゃくたんか
ουσιαστικό
- 01 μέση δαπάνη ανά πελάτη, μέσος όρος πωλήσεων ανά πελάτη
客舎 きゃくしゃ
ουσιαστικό
- 01 ξενοδοχείο, πανδοχείο, κατάλυμα
客筋 きゃくすじ
ουσιαστικό
- 01 πελατεία
客員教授 きゃくいんきょうじゅ
ουσιαστικό
- 01 επισκέπτης καθηγητής, προσκεκλημένος καθηγητής
客観主義 きゃっかんしゅぎ
ουσιαστικό
- 01 αντικειμενισμός
客気 かっき
ουσιαστικό
- 01 νεανικός ενθουσιασμός, απερισκεψία
客前 きゃくぜん
ουσιαστικό
- 01 μπροστά στον πελάτη (επισκέπτη, καλεσμένο κ.λπ.), παρουσία του πελάτη
客死 かくし
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 θάνατος κατά τη διάρκεια ταξιδιού, θάνατος στο εξωτερικό
客受け きゃくうけ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 απολαμβάνω δημοτικότητα στους πελάτες
客を通す きゃくをとおす
άλλο, ρήμα
- 01 υποδέχομαι έναν επισκέπτη και τον οδηγώ μέσα
客演 きゃくえん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 φιλοξενούμενη εμφάνιση
客観化 きゃっかんか
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 αντικειμενοποίηση, αντικειμενική θεώρηση