36 αποτελέσματα για «室»

室内外 しつないがい

ουσιαστικό

  1. 01 εσωτερικός και εξωτερικός χώρος
室内管弦楽団 しつないかんげんがくだん

ουσιαστικό

  1. 01 ορχήστρα δωματίου
室内協奏曲 しつないきょうそうきょく

ουσιαστικό

  1. 01 σιτσουναϊκιοσοκιόκου (μουσική σύνθεση για μικρό σύνολο οργάνων), κοντσέρτο δωματίου
室料 しつりょう

ουσιαστικό

  1. 01 ενοίκιο δωματίου, τιμή δωματίου (ξενοδοχείου κ.λπ.)
室外犬 しつがいけん

ουσιαστικό

  1. 01 σκύλος εξωτερικού χώρου, σκύλος που ζει σε εξωτερικό χώρο
室鯵 むろあじ

ουσιαστικό

  1. 01 μουροάτζι, ιαπωνικό σαφρίδι
  2. 02 σαφρίδι (οποιοδήποτε ψάρι του γένους Δεκάπτερος)
室咲き むろざき

ουσιαστικό

  1. 01 καλλιέργεια λουλουδιών σε θερμοκήπιο
室内実験 しつないじっけん

ουσιαστικό

  1. 01 εργαστηριακή δοκιμή, εσωτερική δοκιμή
室積み むろつみ

ουσιαστικό

  1. 01 πανδοχείο
室内暖房 しつないだんぼう

ουσιαστικό

  1. 01 εσωτερική θέρμανση
室礼 しつらい

ουσιαστικό

  1. 01 διακόσμηση και επίπλωση ενός χώρου διαβίωσης ή τελετουργικού χώρου (περίοδος Χεϊάν)
室韋 しつい

ουσιαστικό

  1. 01 Σιγουέι (μογγολική φυλή)
室内機 しつないき

ουσιαστικό

  1. 01 εσωτερική μονάδα (ειδικά για κλιματιστικό)
室蘭工業大学 むろらんこうぎょうだいがく

ουσιαστικό

  1. 01 Τεχνολογικό Ινστιτούτο Μουροράν
室蘭地方気象台 むろらんちほうきしょうだい

ουσιαστικό

  1. 01 Μετεωρολογικό Παρατηρητήριο Περιοχής Μουροράν
  1. 01 δωμάτιο
  2. 02 διαμέρισμα
  3. 03 θάλαμος, αίθουσα
  4. 04 θερμοκήπιο
  5. 05 κελάρι