23 αποτελέσματα για «寂»

寂々 せきせき

άλλο, επίρρημα

  1. 01 λυπημένος, μοναχικός, έρημος
寂しさ さびしさ

ουσιαστικό

  1. 01 μοναξιά, αίσθημα εγκατάλειψης
  1. 01 μοναξιά
  2. 02 ήσυχα, σιωπηλά
  3. 03 ήπιος, γλυκός
  4. 04 ώριμος
  5. 05 θάνατος ιερέα, κοίμηση ιερέα