86 αποτελέσματα για «密»

密生 みっせい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 φυτρώνω πυκνά, αναπτύσσομαι πυκνά
密航 みっこう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 λαθρεπιβίβαση, λαθραία επιβίβαση, μυστικό ταξίδι στο εξωτερικό
密室殺人 みっしつさつじん

ουσιαστικό

  1. 01 έγκλημα σε κλειστό δωμάτιο (π.χ. σε αστυνομική λογοτεχνία μυστηρίου)
密入国 みつにゅうこく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 παράνομη είσοδος σε χώρα, λαθρομετανάστευση
密造 みつぞう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 παράνομη κατασκευή, παράνομη απόσταξη, λαθραία παραγωγή αλκοόλ
密着取材 みっちゃくしゅざい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 στενή κάλυψη (γεγονότος, διασημότητας κ.λπ.), στενό ρεπορτάζ, πλήρης κάλυψη
密告者 みっこくしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 πληροφοριοδότης, καταδότης, προδότης
密教 みっきょう

ουσιαστικό

  1. 01 εσοτεριστικός βουδισμός, ταντρικός βουδισμός, βαγιαράνα, μυστικές βουδιστικές διδασκαλίες, μικιό
密通 みっつう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μοιχεία, παράνομη ερωτική σχέση
  2. 02 μυστική επικοινωνία (για παράδειγμα με τον εχθρό)
密猟者 みつりょうしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 λαθροθήρας
密猟 みつりょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 λαθροθηρία
密貿易 みつぼうえき

ουσιαστικό

  1. 01 λαθρεμπόριο
密航者 みっこうしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 λαθρεπιβάτης
密議 みつぎ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μυστική διαβούλευση
密輸入 みつゆにゅう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 λαθραία εισαγωγή, εισαγωγή μέσω παράνομων οδών
密輸品 みつゆひん

ουσιαστικό

  1. 01 λαθραία εμπορεύματα
密漁 みつりょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 παράνομο ψάρεμα (αλιεία)
密造酒 みつぞうしゅ

ουσιαστικό

  1. 01 παράνομα παρασκευασμένο αλκοολούχο ποτό, λαθραίο ποτό
密入国者 みつにゅうこくしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 λαθρομετανάστης
密事 みつじ

ουσιαστικό

  1. 01 μυστικό, απόρρητο θέμα