39 αποτελέσματα για «寛»

寛衣 かんい

ουσιαστικό

  1. 01 άνετα ρούχα, χαλαρά ενδύματα
寛永通宝 かんえいつうほう

ουσιαστικό

  1. 01 χάλκινο νόμισμα (περίοδος Έντο)
寛延 かんえん

ουσιαστικό

  1. 01 εποχή Κανέν (12 Ιουλίου 1748 - 27 Οκτωβρίου 1751)
寛仁 かんにん

ουσιαστικό

  1. 01 Κάνιν, περίοδος (23/4/1017-2/2/1021)
寛骨 かんこつ

ουσιαστικό

  1. 01 ανώνυμο οστό, ισχίο
寛正 かんしょう

ουσιαστικό

  1. 01 κανσό, περίοδος της ιαπωνικής ιστορίας (21 Δεκεμβρίου 1460 - 28 Φεβρουαρίου 1466)
寛厚 かんこう

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 καλοσύνη, μεγαλοψυχία
寛げる くつろげる

ρήμα

  1. 01 χαλαρώνω, ξεκουράζομαι, αισθάνομαι άνετα
寛厳 かんげん

ουσιαστικό

  1. 01 επιείκεια και αυστηρότητα
寛骨臼 かんこつきゅう

ουσιαστικό

  1. 01 κοτύλη, αρθρική κοιλότητα της λεκάνης
寛元 かんげん

ουσιαστικό

  1. 01 Κανγκέν, εποχή (26/02/1243-28/02/1247)
寛弘 かんこう

ουσιαστικό

  1. 01 εποχή Κάνκο (20 Ιουλίου 1004 - 25 Δεκεμβρίου 1012)
寛喜 かんぎ

ουσιαστικό

  1. 01 εποχή Κάνγκι (5 Μαρτίου 1229 - 2 Απριλίου 1232), εποχή Κάνκι
寛徳 かんとく

ουσιαστικό

  1. 01 περίοδος Καντόκου (24 Νοεμβρίου 1044 - 14 Απριλίου 1046)
寛緩 かんかん

επίρρημα, άλλο

  1. 01 ήρεμος και ψύχραιμος, με αέρα απόλυτης αυτοκυριαρχίας
寛骨臼蓋 かんこつきゅうがい

ουσιαστικό

  1. 01 κοτύλη
寛然 かんぜん

άλλο

  1. 01 ήρεμος, ψύχραιμος
寛解期 かんかいき

ουσιαστικό

  1. 01 περίοδος ύφεσης, φάση υποχώρησης (της νόσου)
  1. 01 ανεκτικός
  2. 02 επιείκεια, ανεκτικότητα
  3. 03 γενναιοδωρία
  4. 04 χαλαρώνω
  5. 05 νιώθω σαν στο σπίτι μου, αισθάνομαι άνετα
  6. 06 νιώθω άνετα, είμαι άνετος
  7. 07 ανοιχτόμυαλος