147 αποτελέσματα για «寝»

寝泊まり ねとまり

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διανυκτέρευση, κατάλυμα
寝返りを打つ ねがえりをうつ

άλλο, ρήμα

  1. 01 στριφογυρίζω στον ύπνο μου, αλλάζω πλευρό στον ύπνο μου
  2. 02 αλλάζω στρατόπεδο, προδίδω
寝入る ねいる

ρήμα

  1. 01 αποκοιμιέμαι
  2. 02 κοιμάμαι βαθιά
  3. 03 αμβλύνομαι, χάνω τη ζωντάνια μου, χαλαρώνω
寝返る ねがえる

ρήμα

  1. 01 αλλάζω στρατόπεδο, προδίδω
  2. 02 στριφογυρίζω (στο κρεβάτι), αλλάζω πλευρό
寝付く ねつく

ρήμα

  1. 01 πηγαίνω για ύπνο, αποκοιμιέμαι
  2. 02 καθηλώνομαι στο κρεβάτι (λόγω κρυολογήματος ή ασθένειας)
寝癖 ねぐせ

ουσιαστικό

  1. 01 ανακατεμένα μαλλιά από τον ύπνο
  2. 02 συνήθεια μετακίνησης κατά τη διάρκεια του ύπνου, ανήσυχος ύπνος
  3. 03 συνήθεια ύπνου (ειδικά για παιδί ή νήπιο)
寝静まる ねしずまる

ρήμα

  1. 01 κοιμάμαι βαθιά
寝返り ねがえり

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αναστροφή στο κρεβάτι, στριφογύρισμα, ανακάτεμα στον ύπνο
  2. 02 προδοσία, διπλό παιχνίδι
寝具 しんぐ

ουσιαστικό

  1. 01 κλινοσκεπάσματα, κλινοστρωμνή
寝所 しんじょ

ουσιαστικό

  1. 01 χώρος ύπνου, κρεβατοκάμαρα, κοιτώνας
寝所 ねどころ

ουσιαστικό

  1. 01 χώρος ύπνου, κρεβατοκάμαρα, κοιτώνας
  2. 02 κούρνια, φωλιά
寝所 ねどこ

ουσιαστικό

  1. 01 μέρος για ύπνο, υπνοδωμάτιο, κρεβατοκάμαρα
寝かしつける ねかしつける

ρήμα

  1. 01 νανουρίζω (ένα παιδί) για να κοιμηθεί, βάζω για ύπνο
寝袋 ねぶくろ

ουσιαστικό

  1. 01 υπνόσακος
寝心地 ねごこち

ουσιαστικό

  1. 01 άνεση κατά τον ύπνο, αίσθηση (κρεβατιού, φουτόν κ.λπ.)
寝ぼけ眼 ねぼけまなこ

ουσιαστικό

  1. 01 υπναλέα μάτια, νυσταγμένο βλέμμα
寝取る ねとる

ρήμα

  1. 01 κλέβω τον/την σύζυγο κάποιου άλλου, κλέβω τον/την εραστή/ερωμένη κάποιου άλλου
寝る時間 ねるじかん

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 ώρα ύπνου
寝耳に水 ねみみにみず

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 κεραυνός εν αιθρία, μεγάλη έκπληξη
寝落ち ねおち

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αποκοιμιέμαι κατά τη διάρκεια κάποιας δραστηριότητας (ιδιαίτερα σε διαδικτυακή συνομιλία ή κατά τη διάρκεια διαδικτυακού παιχνιδιού), αδρανοποιούμαι επειδή με πήρε ο ύπνος