28 αποτελέσματα για «寺»

寺檀制度 じだんせいど

ουσιαστικό

  1. 01 σύστημα που χρησιμοποιήθηκε κατά την περίοδο Έντο, όπου οι απλοί πολίτες έπρεπε να εγγραφούν σε έναν ναό προκειμένου να αποδείξουν τη βουδιστική τους πίστη
寺刹 じさつ

ουσιαστικό

  1. 01 βουδιστικός ναός
寺請制度 てらうけせいど

ουσιαστικό

  1. 01 σύστημα τεραούκε, σύστημα που θεσπίστηκε από το σογκουνάτο Εντό και απαιτούσε από τους πολίτες να εγγράφονται σε ναό προκειμένου να αποδείξουν τη βουδιστική (δηλαδή τη μη χριστιανική) πίστη τους
寺納豆 てらなっとう

ουσιαστικό

  1. 01 ναττό που παρασκευάζεται από ναό και προσφέρεται σε υποστηρικτές στο τέλος του έτους
寺から里へ てらからさとへ

άλλο

  1. 01 βάζω το κάρο μπροστά από το άλογο
寺預け てらあずけ

ουσιαστικό

  1. 01 φυλάκιση εγκληματία σε ναό ως μορφή τιμωρίας (δημοφιλής κατά τις περιόδους ύστερης Μουρομάτσι και Αζούτσι-Μομογιάμα)
寺社仏閣 じしゃぶっかく

ουσιαστικό

  1. 01 ιερά σιντοϊστικά τεμένη και βουδιστικοί ναοί
  1. 01 βουδιστικός ναός