293 αποτελέσματα για «対»

対人 たいじん

ουσιαστικό

  1. 01 προσωπικός, διαπροσωπικός
  2. 02 κατά προσωπικού (π.χ. όπλο, νάρκη), αντιπροσωπικός
  3. 03 αστική ευθύνη (π.χ. ασφάλιση)
対象者 たいしょうしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 στόχος (π.χ. μιας διαφημιστικής καμπάνιας), υποκείμενο (έρευνας, διερεύνησης κ.λπ.), στοχευμένο κοινό, δικαιούχος, πρόσωπο με δικαίωμα, λήπτης
対極 たいきょく

ουσιαστικό

  1. 01 αντίποδες
  2. 02 άλλο άκρο, αντίθετο, αντίθεση
対比 たいひ N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αντίθεση, αντιπαραβολή
  2. 02 σύγκριση
  3. 03 συσχετισμός (γεωλογικών στρωμάτων)
対外的 たいがいてき

επίθετο

  1. 01 εξωτερικός, ξένος (π.χ. σχέσεις), δημόσιος (π.χ. εικόνα)
対応策 たいおうさく

ουσιαστικό

  1. 01 αντισταθμιστικό μέτρο, αντίμετρο
対象外 たいしょうがい

ουσιαστικό

  1. 01 εκτός πεδίου εφαρμογής, εξαιρούμενος, μη επιλέξιμος, μη καλυπτόμενος
対抗策 たいこうさく

ουσιαστικό

  1. 01 αντίμετρο, αντισταθμιστικό μέτρο
対談 たいだん N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συζήτηση, διάλογος, κουβέντα
対抗意識 たいこういしき

ουσιαστικό

  1. 01 ανταγωνιστικό πνεύμα, διάθεση για άμιλλα
対になる ついになる

άλλο, ρήμα

  1. 01 σχηματίζω ζευγάρι, ζευγαρώνω
対局 たいきょく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διεξαγωγή παρτίδας (στο γκο, στο σόγκι κ.λπ.)
対空 たいくう

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 αντιαεροπορικός
対照 たいしょう N3

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αντίθεση, αντίθεση, σύγκριση
対人戦 たいじんせん

ουσιαστικό

  1. 01 μάχη παίκτη εναντίον παίκτη (PvP), αναμέτρηση μεταξύ ανθρώπων παικτών (σε αντίθεση με την τεχνητή νοημοσύνη)
対策を講じる たいさくをこうじる

άλλο, ρήμα

  1. 01 λαμβάνω μέτρα, παίρνω μέτρα (κατά κάτι)
対外 たいがい

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 εξωτερικός, ξένος, προς το εξωτερικό, σε σχέση με ξένες χώρες
対人関係 たいじんかんけい

ουσιαστικό

  1. 01 διαπροσωπικές σχέσεις
対角線 たいかくせん

ουσιαστικό

  1. 01 διαγώνιος (γραμμή)
対馬 つしま

ουσιαστικό

  1. 01 Τσουσίμα (πρώην επαρχία που βρίσκεται στο νησί Τσουσίμα στον σημερινό νομό Ναγκασάκι)
  2. 02 Τσουσίμα (νησί)