44 αποτελέσματα για «導»
導因 どういん
ουσιαστικό
- 01 κίνητρο, παρακίνηση
導水 どうすい
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 μεταφορά νερού
導電体 どうでんたい
ουσιαστικό
- 01 αγωγός
導水管 どうすいかん
ουσιαστικό
- 01 αγωγός μεταφοράς νερού
導電率 どうでんりつ
ουσιαστικό
- 01 αγωγιμότητα
導入済み どうにゅうずみ
άλλο, ουσιαστικό
- 01 ήδη εισαγμένο, ήδη εγκατεστημένο, ήδη υλοποιημένο, ήδη σε λειτουργία
導入教育 どうにゅうきょういく
ουσιαστικό
- 01 εισαγωγική εκπαίδευση, προσανατολισμός (π.χ. για νέους υπαλλήλους)
導波路 どうはろ
ουσιαστικό
- 01 κυματοδηγός (συνήθως οπτικός)
導通試験 どうつうしけん
ουσιαστικό
- 01 δοκιμή συνέχειας
導通抵抗 どうつうていこう
ουσιαστικό
- 01 αντίσταση αγωγιμότητας
導電度 どうでんど
ουσιαστικό
- 01 αγωγιμότητα
導波管 どうはかん
ουσιαστικό
- 01 κυματοδηγός
導波管定数 どうはかんていすう
ουσιαστικό
- 01 σταθερά κυματοδηγού
導光板 どうこうばん
ουσιαστικό
- 01 φωτοδηγός, πλάκα φωτοδήγησης, LGP, πάνελ φωτοδήγησης
導管実体 どうかんじったい
ουσιαστικό
- 01 οντότητα διαφανούς φορολογικού καθεστώτος, διαφανής οντότητα, (φορολογικά) διαφανής οντότητα
導管課税 どうかんかぜい
ουσιαστικό
- 01 φορολογία αγωγού (φορολογική διαφάνεια)
導電性高分子 どうでんせいこうぶんし
ουσιαστικό
- 01 αγώγιμο πολυμερές
導電性樹脂 どうでんせいじゅし
ουσιαστικό
- 01 αγώγιμη ρητίνη
導電性プラスチック どうでんせいプラスチック
ουσιαστικό
- 01 αγώγιμο πλαστικό
導電性ポリマー どうでんせいポリマー
ουσιαστικό
- 01 αγώγιμο πολυμερές