826 αποτελέσματα για «小»

小動物 しょうどうぶつ

ουσιαστικό

  1. 01 μικρό ζώο
小物 こもの

ουσιαστικό

  1. 01 αξεσουάρ, μικροαντικείμενα
  2. 02 δευτερεύων χαρακτήρας, ασήμαντος άνθρωπος, αδύναμος
小川 おがわ

ουσιαστικό

  1. 01 ρυάκι, μικρό ποτάμι
小突く こづく

ρήμα

  1. 01 σπρώχνω απαλά, σκουντάω
小学 しょうがく

ουσιαστικό

  1. 01 δημοτικό σχολείο
  2. 02 σχολείο για παιδιά άνω των οκτώ ετών στην αρχαία Κίνα
  3. 03 παραδοσιακή κινεζική φιλολογία
小細工 こざいく

ουσιαστικό

  1. 01 περίτεχνη κατασκευή, λεπτομερής χειροτεχνία
  2. 02 φθηνό κόλπο, μικροπρεπές τέχνασμα, φανερό στρατήγημα
小規模 しょうきぼ

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 μικρή κλίμακα
小隊 しょうたい

ουσιαστικό

  1. 01 διμοιρία
小銭 こぜに N3

ουσιαστικό

  1. 01 ψιλά, κέρματα
  2. 02 μικρό ποσό χρημάτων
小瓶 こびん

ουσιαστικό

  1. 01 μικρό μπουκάλι
小説家 しょうせつか

ουσιαστικό

  1. 01 μυθιστοριογράφος, συγγραφέας πεζογραφίας
小言 こごと

ουσιαστικό

  1. 01 επίπληξη, παρατήρηση, επιτίμηση, διάλεξη
  2. 02 παράπονο, γκρίνια, γκρίνιασμα
小部屋 こべや

ουσιαστικό

  1. 01 μικρό δωμάτιο, αποθήκη, θάλαμος, περίπτερο, καμπίνα
小山 こやま

ουσιαστικό

  1. 01 λόφος, μικρός λόφος
小遣い こづかい N2

ουσιαστικό

  1. 01 χαρτζιλίκι, χρήματα για προσωπικά έξοδα
小麦粉 こむぎこ

ουσιαστικό

  1. 01 αλεύρι σίτου
小国 しょうこく

ουσιαστικό

  1. 01 μικρή χώρα
小馬鹿にする こばかにする

άλλο, ρήμα

  1. 01 υποτιμώ κάποιον, μεταχειρίζομαι με περιφρόνηση, απαξιώνω, ειρωνεύομαι
小麦 こむぎ N3

ουσιαστικό

  1. 01 σιτάρι
小人 しょうにん

ουσιαστικό

  1. 01 παιδί (ειδικά ηλικίας δημοτικού σχολείου ή μικρότερης)