30 αποτελέσματα για «尖»
尖閣土竜 せんかくもぐら
ουσιαστικό
- 01 τυφλοπόντικας των Σενκάκου (Μογκέρα ουτσιντάι), τυφλοπόντικας των Ρίου Κίου
尖頭負荷発電所 せんとうふかはつでんしょ
ουσιαστικό
- 01 σταθμός ηλεκτροπαραγωγής αιχμής, εργοστάσιο παραγωγής ενέργειας αιχμής, μονάδα παραγωγής αιχμής
尖点 せんてん
ουσιαστικό
- 01 αιχμή
尖閣沢蟹 センカクサワガニ
ουσιαστικό
- 01 γεωθελφούσα η σοκιτάι (είδος κάβουρα)
尖頭アーチ せんとうアーチ
ουσιαστικό
- 01 οξυκόρυφο τόξο, γοτθικό τόξο, οζιβικό τόξο
尖りアーチ とがりアーチ
ουσιαστικό
- 01 οξυκόρυφο τόξο
尖足 せんそく
ουσιαστικό
- 01 ιπποποδία, ραιβοϊπποποδία, πτώση άκρου ποδός
尖り とがり
ουσιαστικό
- 01 μύτη, άκρη, αιχμηρό άκρο, κορυφή
- 02 στένωση, ακόνισμα
尖み付け コスミツケ
ουσιαστικό
- 01 λάκτισμα, διαγώνια προσκόλληση, διαγώνια επαφή στο παιχνίδι
尖
- 01 είμαι μυτερός
- 02 αιχμηρός, κοφτερός, μυτερός
- 03 στενεύω προς την άκρη
- 04 δυσαρεστημένος
- 05 θυμωμένος
- 06 νευρικός, εκνευρισμένος