46 αποτελέσματα για «尿»

尿膜 にょうまく

ουσιαστικό

  1. 01 αλλαντοειδής υμένας
尿の検査 にょうのけんさ

ουσιαστικό

  1. 01 ανάλυση ούρων
尿道海綿体 にょうどうかいめんたい

ουσιαστικό

  1. 01 σπογγώδες σώμα της ουρήθρας
尿崩症 にょうほうしょう

ουσιαστικό

  1. 01 άποιος διαβήτης
尿道炎 にょうどうえん

ουσιαστικό

  1. 01 ουρηθρίτιδα, φλεγμονή της ουρήθρας
尿尿 しーしー

ουσιαστικό

  1. 01 τσισάκια
尿素樹脂 にょうそじゅし

ουσιαστικό

  1. 01 ουρεϊκή ρητίνη
尿素回路 にょうそかいろ

ουσιαστικό

  1. 01 κύκλος της ουρίας
尿嚢 にょうのう

ουσιαστικό

  1. 01 αλληαντοειδής κύστη
尿糖 にょうとう

ουσιαστικό

  1. 01 γλυκόζη στα ούρα
尿袋 いばりぶくろ

ουσιαστικό

  1. 01 ουροδόχος κύστη
尿道球腺 にょうどうきゅうせん

ουσιαστικό

  1. 01 βολβοουρηθρικός αδένας, αδένας του Κούπερ
尿沈渣 にょうちんさ

ουσιαστικό

  1. 01 ίζημα ούρων (π.χ. στην ανάλυση ούρων)
尿糞 ししばば

ουσιαστικό

  1. 01 περιττώματα, ούρα και κόπρανα
尿道下裂 にょうどうかれつ

ουσιαστικό

  1. 01 υποσπαδίας
尿漏れ にょうもれ

ουσιαστικό

  1. 01 ενούρηση, ακράτεια ούρων
尿石 にょうせき

ουσιαστικό

  1. 01 ουρόλιθος, πέτρα στα νεφρά ή στην ουροδόχο κύστη
尿結石 にょうけっせき

ουσιαστικό

  1. 01 ουρόλιθος, πέτρα στα νεφρά ή στην ουροδόχο κύστη
尿細管 にょうさいかん

ουσιαστικό

  1. 01 νεφρικό σωληνάριο, ουροφόρο σωληνάριο
尿閉 にょうへい

ουσιαστικό

  1. 01 επίσχεση ούρων, ανουρία, ισχουρία