57 αποτελέσματα για «局»
局部麻酔 きょくぶますい
ουσιαστικό
- 01 τοπική αναισθησία, τοπικό αναισθητικό
局所変数 きょくしょへんすう
ουσιαστικό
- 01 τοπική μεταβλητή
局名 きょくめい
ουσιαστικό
- 01 διακριτικό κλήσης (π.χ. ραδιοφωνικού σταθμού), όνομα σταθμού
局面打開 きょくめんだかい
ουσιαστικό
- 01 διέξοδος από την κατάσταση, άρση του αδιεξόδου
局管理 きょくかんり
ουσιαστικό
- 01 διοίκηση σταθμού, διαχείριση τμήματος
局方 きょくほう
ουσιαστικό
- 01 Ιαπωνική Φαρμακοποιία
局アナ きょくアナ
ουσιαστικό
- 01 τηλεοπτικός εκφωνητής (που εργάζεται αποκλειστικά για έναν τηλεοπτικό σταθμό)
局地戦争 きょくちせんそう
ουσιαστικό
- 01 τοπικός πόλεμος
- 02 περιορισμένος πόλεμος
局所名 きょくしょめい
ουσιαστικό
- 01 τοπική ονομασία
局報 きょくほう
ουσιαστικό
- 01 επίσημο δελτίο
局女郎 つぼねじょろう
ουσιαστικό
- 01 ιερόδουλη της κατώτερης κοινωνικής τάξης (περίοδος Έντο)
局に当たる きょくにあたる
άλλο, ρήμα
- 01 διαχειρίζομαι μια κατάσταση, αναλαμβάνω την ευθύνη μιας υπόθεσης
局所レベル きょくしょレベル
ουσιαστικό
- 01 τοπικό επίπεδο
局所分岐 きょくしょぶんき
ουσιαστικό
- 01 τοπικό άλμα, τοπική διακλάδωση
局地風 きょくちふう
ουσιαστικό
- 01 τοπικός άνεμος
局コード きょくコード
ουσιαστικό
- 01 κωδικός γραφείου
局データ きょくデータ
ουσιαστικό
- 01 δεδομένα γραφείου
局間回線 きょくかんかいせん
ουσιαστικό
- 01 κορμός, γραμμή μεταξύ τηλεφωνικών κέντρων
局建 きょくげん
ουσιαστικό
- 01 σύσταση γραφείου, οργάνωση γραφείου
局所アドレス管理 きょくしょアドレスかんり
ουσιαστικό
- 01 διαχείριση τοπικών διευθύνσεων