42 αποτελέσματα για «屈»
屈葬 くっそう
ουσιαστικό
- 01 ενταφιασμός σε εμβρυϊκή στάση
屈まる かがまる
ρήμα
- 01 καμπουριάζω (για την πλάτη, π.χ. λόγω ηλικίας), λυγίζω
屈伸性 くっしんせい
ουσιαστικό
- 01 ελαστικότητα
屈折角 くっせつかく
ουσιαστικό
- 01 γωνία διάθλασης
屈撓 くっとう
ουσιαστικό
- 01 κάμψη
屈折望遠鏡 くっせつぼうえんきょう
ουσιαστικό
- 01 διοπτρικό τηλεσκόπιο
屈曲位 くっきょくい
ουσιαστικό
- 01 βιενέζικο στρείδι (σεξουαλική στάση)
屈曲部 くっきょくぶ
ουσιαστικό
- 01 αγκώνας, καμπή σε σχήμα αγκώνα
屈性 くっせい
ουσιαστικό
- 01 τροπισμός (προσανατολισμένη κίνηση ή ανάπτυξη ενός οργανισμού ως απόκριση σε ένα εξωτερικό ερέθισμα)
屈折計 くっせつけい
ουσιαστικό
- 01 διαθλασίμετρο
屈腱炎 くっけんえん
ουσιαστικό
- 01 τενοντίτιδα των καμπτήρων τενόντων του ίππου
屈光性 くっこうせい
ουσιαστικό
- 01 φωτοτροπισμός
屈折異常 くっせついじょう
ουσιαστικό
- 01 διαθλαστική ανωμαλία, αμετρωπία
屈狸 くずり
ουσιαστικό
- 01 γουλοβέρης (Gulo gulo), αδηφάγος, καρκαζού
屈地性 くっちせい
ουσιαστικό
- 01 γεωτροπισμός
屈折語 くっせつご
ουσιαστικό
- 01 κλιτή γλώσσα, συνθετική γλώσσα
屈折軸 くっせつじく
ουσιαστικό
- 01 άξονας διάθλασης
屈折の法則 くっせつのほうそく
ουσιαστικό
- 01 νόμος της διάθλασης
屈筋腱 くっきんけん
ουσιαστικό
- 01 καμπτήρας τένοντας
屈折形 くっせつけい
ουσιαστικό
- 01 κλιτός τύπος