50 αποτελέσματα για «屋»

屋台料理 やたいりょうり

ουσιαστικό

  1. 01 φαγητό του δρόμου
屋舎 おくしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 κτίριο, οίκημα
屋敷神 やしきがみ

ουσιαστικό

  1. 01 γιασικιγκάμι, θεότητα του κτήματος, μικρό ιερό με θεότητα εντός ή πλησίον οικιστικής γης
屋根屋 やねや

ουσιαστικό

  1. 01 τεχνίτης στεγών, κατασκευαστής στεγών από άχυρο
屋根窓 やねまど

ουσιαστικό

  1. 01 φεγγίτης στέγης, παράθυρο σοφίτας
屋久杉 やくすぎ

ουσιαστικό

  1. 01 γιακουσούγκι (κυρίως κέδρος της Γιακουσίμα ηλικίας άνω των 1000 ετών)
屋敷林 やしきりん

ουσιαστικό

  1. 01 δάσος ή συστάδα δέντρων που περιβάλλει μια κατοικία
屋内退避 おくないたいひ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 παραμονή σε εσωτερικό χώρο, αναζήτηση καταφυγίου σε κλειστό περιβάλλον
屋上屋を架す おくじょうおくをかす

άλλο, ρήμα

  1. 01 κάνω κάτι άχρηστο, παρακαλών ως περιττό, επιδιώκω το περιττό, χτίζω στέγη πάνω στη στέγη
屋上遊園地 おくじょうゆうえんち

ουσιαστικό

  1. 01 λούνα παρκ σε ταράτσα
屋内競技 おくないきょうぎ

ουσιαστικό

  1. 01 εσωτερικά αθλήματα
屋外撮影 おくがいさつえい

ουσιαστικό

  1. 01 υπαίθρια φωτογράφιση, υπαίθρια κινηματογράφηση
屋内配線 おくないはいせん

ουσιαστικό

  1. 01 εσωτερική καλωδίωση
屋外広告 おくがいこうこく

ουσιαστικό

  1. 01 υπαίθριες διαφημίσεις
屋烏の愛 おくうのあい

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 αληθινή αγάπη, βαθιά αγάπη, αγάπη για κάποιον τόσο βαθιά που μπορεί να φτάσει μέχρι το κοράκι που κάθεται στη στέγη του
屋久鹿 やくしか

ουσιαστικό

  1. 01 ελάφι της Γιακουσίμα (Cervus nippon yakushimae)
屋上架屋 おくじょうかおく

ουσιαστικό

  1. 01 περιττή προσθήκη, στολίδι που δεν χρειάζεται
屋久猿 やくざる

ουσιαστικό

  1. 01 μαϊμού της Γιακουσίμα (Macaca fuscata yakui)
屋内ケーブル おくないケーブル

ουσιαστικό

  1. 01 καλώδιο εσωτερικού χώρου
屋戸 やど

ουσιαστικό

  1. 01 πόρτα, κατώφλι