30 αποτελέσματα για «展»

展示即売会 てんじそくばいかい

ουσιαστικό

  1. 01 έκθεση και πώληση (έργων ζωγραφικής), εκθεσιακός χώρος όπου τα εκθέματα διατίθενται προς πώληση
展観 てんかん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 έκθεση, επίδειξη, παρουσίαση, δημόσια εμφάνιση
展性 てんせい

ουσιαστικό

  1. 01 ελατότητα
展墓 てんぼ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 επίσκεψη σε τάφο
展延 てんえん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εξάπλωση, έκταση, διαστολή, επέκταση
展望絶佳 てんぼうぜっか

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 πανοραμική θέα, υπέροχη (θεαματική) θέα
展色剤 てんしょくざい

ουσιαστικό

  1. 01 συνδετικό μέσο (μελάνης), βάση, φορέας
展開式 てんかいしき

ουσιαστικό

  1. 01 ανάπτυγμα
展望風呂 てんぼうぶろ

ουσιαστικό

  1. 01 λουτρό με πανοραμική θέα
  1. 01 ξεδιπλώνω
  2. 02 επεκτείνω