51 αποτελέσματα για «巡»

巡査長 じゅんさちょう

ουσιαστικό

  1. 01 αρχιφύλακας
巡行 じゅんこう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 περιπολία
巡邏 じゅんら

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 περιπολία, πραγματοποίηση γύρων
巡遊 じゅんゆう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 περιοδεία, περιήγηση
巡幸 じゅんこう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αυτοκρατορική περιοδεία, βασιλική επίσκεψη
巡視艇 じゅんしてい

ουσιαστικό

  1. 01 περιπολικό σκάφος
巡検 じゅんけん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 περιοδεία επιθεώρησης
巡洋戦艦 じゅんようせんかん

ουσιαστικό

  1. 01 καταδρομικό μάχης
巡歴 じゅんれき

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 περιοδεία, περιήγηση, ταξίδι
巡警 じゅんけい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 περιπολικός
巡拝 じゅんぱい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 περιοδεία προσκυνήματος
巡査派出所 じゅんさはしゅつじょ

ουσιαστικό

  1. 01 αστυνομικό κουβούκλιο
巡演 じゅんえん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 περιοδεία παραστάσεων
巡回展 じゅんかいてん

ουσιαστικό

  1. 01 περιοδεύουσα έκθεση
巡覧 じゅんらん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 περιοδεία, περιήγηση (τουρισμός)
巡航船 じゅんこうせん

ουσιαστικό

  1. 01 κρουαζιερόπλοιο, επιβατηγό πλοίο αναψυχής
巡狩 じゅんしゅ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αυτοκρατορική περιοδεία
巡錫 じゅんしゃく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 περιοδεία κηρύγματος
巡回図書館 じゅんかいとしょかん

ουσιαστικό

  1. 01 κινητή βιβλιοθήκη
巡回ロボット じゅんかいロボット

ουσιαστικό

  1. 01 ιστοεξερευνητής, ρομπότ ευρετηρίασης ιστού