23 αποτελέσματα για «巧»

巧まざる たくまざる

άλλο

  1. 01 φυσικός, ατέχνος, αδόλωτος
巧まずして たくまずして

άλλο, επίρρημα

  1. 01 ακούσια, κατά λάθος, δίχως προσπάθεια, φυσικά, αβίαστα
巧
  1. 01 επιδέξιος
  2. 02 επιδέξιος, ικανός
  3. 03 εφευρετικότητα, επινοητικότητα