52 αποτελέσματα για «希»
希望の党 きぼうのとう
άλλο, ουσιαστικό
- 01 Κόμμα της Ελπίδας (ιαπωνικό πολιτικό κόμμα)
希死念慮 きしねんりょ
ουσιαστικό
- 01 αυτοκτονικός ιδεασμός, αυτοκτονικές σκέψεις
希少動物 きしょうどうぶつ
ουσιαστικό
- 01 σπάνιο ζώο
希望退職 きぼうたいしょく
ουσιαστικό
- 01 εθελούσια παραίτηση, εθελούσια συνταξιοδότηση, εθελούσια αποχώρηση, εθελούσια απόλυση
希少部位 きしょうぶい
ουσιαστικό
- 01 σπάνιο κομμάτι κρέατος, εκλεκτό κομμάτι
希望小売価格 きぼうこうりかかく
ουσιαστικό
- 01 προτεινόμενη τιμή λιανικής πώλησης από τον κατασκευαστή, ενδεικτική τιμή λιανικής, τιμή καταλόγου
希伯来 ヘブライ
ουσιαστικό
- 01 εβραϊκός
希硫酸 きりゅうさん
ουσιαστικό
- 01 αραιό θειικό οξύ
希書 きしょ
ουσιαστικό
- 01 σπάνιο βιβλίο
希土類 きどるい
ουσιαστικό
- 01 σπάνια γαία
希世 きせい
ουσιαστικό
- 01 σπάνιος, ασυνήθιστος
希塩酸 きえんさん
ουσιαστικό
- 01 αραιό υδροχλωρικό οξύ
希望価格 きぼうかかく
ουσιαστικό
- 01 ζητούμενη τιμή
希釈液 きしゃくえき
ουσιαστικό
- 01 αραιωμένο διάλυμα
希土類元素 きどるいげんそ
ουσιαστικό
- 01 σπάνια γαία, μέταλλο σπανίων γαιών
希土 きど
ουσιαστικό
- 01 σπάνια γαία
希硝酸 きしょうさん
ουσιαστικό
- 01 αραιό νιτρικό οξύ
希ガス きガス
ουσιαστικό, άλλο
- 01 ευγενές αέριο
- 02 έχω την αίσθηση ότι..., νομίζω ότι...
希少糖 きしょうとう
ουσιαστικό
- 01 σπάνιο σάκχαρο
希語 きご
ουσιαστικό
- 01 ελληνική γλώσσα