32 αποτελέσματα για «師»

師の坊 しのぼう

ουσιαστικό

  1. 01 δάσκαλος ιερέας
師家 しか

ουσιαστικό

  1. 01 το σπίτι του δασκάλου
師傅 しふ

ουσιαστικό

  1. 01 κηδεμόνας και δάσκαλος παιδιού ευγενούς
師伝 しでん

ουσιαστικό

  1. 01 διδασκαλία από δάσκαλο
師資 しし

ουσιαστικό

  1. 01 βασίζομαι σε κάποιον ως δάσκαλό μου
師門 しもん

ουσιαστικό

  1. 01 κηδεμονία, καθοδήγηση
師管 しかん

ουσιαστικό

  1. 01 ηθμώδης σωλήνας
師部 しぶ

ουσιαστικό

  1. 01 φλοίωμα
師訓 しくん

ουσιαστικό

  1. 01 η διδασκαλία ενός δασκάλου
師儒 しじゅ

ουσιαστικό

  1. 01 δάσκαλος, λόγιος
師資相承 ししそうしょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διαδοχική μετάδοση διδασκαλίας από δάσκαλο σε μαθητή
  1. 01 ειδικός
  2. 02 δάσκαλος
  3. 03 κύριος
  4. 04 πρότυπο
  5. 05 υπόδειγμα
  6. 06 στρατός
  7. 07 πόλεμος