66 αποτελέσματα για «帯»
帯水層 たいすいそう
ουσιαστικό
- 01 υδροφορέας
帯止め おびどめ
ουσιαστικό
- 01 κλιπ ζώνης (συνδετήρας), κόσμημα που φοριέται πάνω από όμπι
帯金 おびがね
ουσιαστικό
- 01 σιδερένιο στεφάνι, μεταλλική ταινία
帯芯 おびしん
ουσιαστικό
- 01 χοντρή ζώνη όμπι, ενίσχυση ζώνης
帯下 たいげ
ουσιαστικό
- 01 λευκόρροια, βλεννώδης έκκριση από τα γυναικεία γεννητικά όργανα
帯域制御 たいいきせいぎょ
ουσιαστικό
- 01 έλεγχος εύρους ζώνης
帯板 おびいた
ουσιαστικό
- 01 κομμάτι άκαμπτου υφάσματος που φοριέται κάτω από την ομπί για να δώσει περισσότερο σχήμα
- 02 ελάσμα ενίσχυσης, πλάκα στήριξης
帯紙 おびがみ
ουσιαστικό
- 01 χάρτινη ταινία περιτύλιξης (για βιβλία ή προϊόντα)
帯刀御免 たいとうごめん
ουσιαστικό
- 01 άτομο που δεν ανήκει στην τάξη των σαμουράι στο οποίο παραχωρείται το προνόμιο της οπλοφορίας (κατά την περίοδο Έντο)
帯グラフ おびグラフ
ουσιαστικό
- 01 ραβδόγραμμα, ορθογώνιο διάγραμμα
帯枕 おびまくら
ουσιαστικό
- 01 οβάλ μαξιλαράκι που δένεται με δύο μακριές λωρίδες κάτω από το όμπι για να φαίνεται πιο γεμάτο
帯域制限 たいいきせいげん
ουσιαστικό
- 01 περιορισμένου εύρους ζώνης
帯鋸 おびのこ
ουσιαστικό
- 01 κορδέλα, πριονοκορδέλα
帯鋸 おびのこぎり
ουσιαστικό
- 01 κορδέλα, πριονοκορδέλα
帯広畜産大学 おびひろちくさんだいがく
ουσιαστικό
- 01 Πανεπιστήμιο Γεωπονίας και Κτηνιατρικής του Ομπιχίρο
帯域幅 たいいきはば
ουσιαστικό
- 01 εύρος ζώνης
帯分数 たいぶんすう
ουσιαστικό
- 01 μεικτός αριθμός
帯筋 おびきん
ουσιαστικό
- 01 συνδετήρας, κρίκος, πλευρικός οπλισμός
帯緑 たいりょく
ουσιαστικό
- 01 πρασινωπός
帯電体 たいでんたい
ουσιαστικό
- 01 ηλεκτρισμένο σώμα