24 αποτελέσματα για «帳»

帳簿価格 ちょうぼかかく

ουσιαστικό

  1. 01 λογιστική αξία
帳尻が合う ちょうじりがあう

άλλο, ρήμα

  1. 01 ισοσκελίζω (λογαριασμούς)
  2. 02 εξισορροπώ, ισοφαρίζω
帳簿外 ちょうぼがい

ουσιαστικό

  1. 01 εκτός λογιστικών βιβλίων, αδήλωτος
  1. 01 τετράδιο, σημειωματάριο
  2. 02 βιβλίο λογαριασμών, λογιστικό βιβλίο
  3. 03 άλμπουμ, λεύκωμα
  4. 04 κουρτίνα
  5. 05 πέπλο, βέλο
  6. 06 δίχτυ
  7. 07 σκηνή