22 αποτελέσματα για «幅»

幅を利かす はばをきかす

άλλο, ρήμα

  1. 01 επιβάλλω το κύρος μου, ασκώ την εξουσία μου, κάνω αισθητή την παρουσία μου
  1. 01 κρεμαστός πάπυρος
  2. 02 πλάτος