63 αποτελέσματα για «干»

干飯 ほしいい

ουσιαστικό

  1. 01 αποξηραμένο βρασμένο ρύζι
干し草の山 ほしくさのやま

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 θημωνιά, δεμάτι χόρτου
干満 かんまん

ουσιαστικό

  1. 01 παλίρροια
干物女 ひものおんな

ουσιαστικό

  1. 01 νεαρή γυναίκα που έχει παραιτηθεί από τον έρωτα
干し物 ほしもの N1

ουσιαστικό

  1. 01 πράγματα απλωμένα για στέγνωμα στον ήλιο (ειδικά ρούχα, βαμμένα υφάσματα κ.λπ.)
干犯 かんぱん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 παραβίαση, προσβολή
干城 かんじょう

ουσιαστικό

  1. 01 υπερασπιστής
干渉性 かんしょうせい

ουσιαστικό

  1. 01 συνοχή
干渉計 かんしょうけい

ουσιαστικό

  1. 01 συμβολόμετρο
干鰯 ほしか

ουσιαστικό

  1. 01 λίπασμα από αποξηραμένες σαρδέλες
干渉縞 かんしょうじま

ουσιαστικό

  1. 01 κροσσοί συμβολής
干し首 ほしくび

ουσιαστικό

  1. 01 συρρικνωμένο κεφάλι
干天 かんてん

ουσιαστικό

  1. 01 ανομβρία, ξηρασία, ξηρός καιρός
干乾し ひぼし

ουσιαστικό

  1. 01 λιμοκτονία
干鱈 ひだら

ουσιαστικό

  1. 01 αποξηραμένος μπακαλιάρος
干害 かんがい

ουσιαστικό

  1. 01 ξηρασία, ζημιά από ξηρασία
干し固める ほしかためる

ρήμα

  1. 01 ξηραίνω μέχρι να σκληρύνει
干割れる ひわれる

ρήμα

  1. 01 ξεραίνομαι και ραγίζω
干菜 ほしな

ουσιαστικό

  1. 01 αποξηραμένα φύλλα (κυρίως από daikon και γογγύλι)
干葉 ひば

ουσιαστικό

  1. 01 αποξηραμένα φύλλα, αποξηραμένα φύλλα ραπανιού νταϊκόν