60 αποτελέσματα για «底»

底意地悪い そこいじわるい

επίθετο

  1. 01 κακόβουλος, χαιρέκακος, μοχθηρός
底値 そこね

ουσιαστικό

  1. 01 τιμή πυθμένα, χαμηλότερη τιμή
底知れず そこしれず

άλλο

  1. 01 απύθμενος, απεριόριστος, αμέτρητος, ανεξάντλητος
底を打つ そこをうつ

άλλο, ρήμα

  1. 01 φτάνω στον πάτο, αγγίζω τον πάτο
底打ち そこうち

ουσιαστικό

  1. 01 αγγίζω τον πάτο, φτάνω στο χαμηλότερο σημείο
底が割れる そこがわれる

άλλο, ρήμα

  1. 01 αποκαλύπτομαι, γίνομαι αντιληπτός, ξεσκεπάζομαι, βγαίνω στο φως, φανερώνομαι
底辺層 ていへんそう

ουσιαστικό

  1. 01 κατώτερα κοινωνικά στρώματα, προλεταριάτο, υποδεέστερη κοινωνική τάξη
底土 そこつち

ουσιαστικό

  1. 01 υπέδαφος
底引き網 そこびきあみ

ουσιαστικό

  1. 01 τρατά (δίχτυ)
底気味悪い そこきみわるい

επίθετο

  1. 01 παράξενος, απόκοσμος, δυσοίωνος
底堅い そこがたい

επίθετο

  1. 01 σταθερός (για αγορά) μετά την υποχώρηση των τιμών στο χαμηλότερο σημείο τους
底止 ていし

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 παύση, διακοπή
底寒い そこさむい

επίθετο

  1. 01 διαπεραστικά κρύος
底生 ていせい

άλλο

  1. 01 βενθικός, που αφορά τον θαλάσσιο πυθμένα
底魚 そこうお

ουσιαστικό

  1. 01 βενθικό ψάρι, ψάρι του βυθού
底抜け上戸 そこぬけじょうご

ουσιαστικό

  1. 01 αθεράπευτος πότης, ασυγκράτητος πότης
底角 ていかく

ουσιαστικό

  1. 01 γωνία βάσης
底生生物 ていせいせいぶつ

ουσιαστικό

  1. 01 βενθικός οργανισμός, πανίδα του θαλάσσιου πυθμένα, βένθος
底豆 そこまめ

ουσιαστικό

  1. 01 φλύκταινα στο πέλμα του ποδιού, κάλος
底入れ そこいれ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 φτάνω στο χαμηλότερο σημείο (των τιμών), πιάνω πάτο