102 αποτελέσματα για «廃»

廃線 はいせん

ουσιαστικό

  1. 01 εγκαταλελειμμένη σιδηροδρομική γραμμή, κλειστή σιδηροδρομική γραμμή, καταργημένη γραμμή
廃絶 はいぜつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κατάργηση, εξάλειψη
  2. 02 εξαφάνιση, διακοπή
廃物 はいぶつ

ουσιαστικό

  1. 01 άχρηστο υλικό, απόβλητα, άχρηστο αντικείμενο, απορριφθέν αντικείμενο, σκουπίδια, σκουπίδια, σκουπίδια
廃刊 はいかん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διακοπή έκδοσης, παύση κυκλοφορίας
廃城 はいじょう

ουσιαστικό

  1. 01 εγκαταλελειμμένο κάστρο
廃炉 はいろ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 παροπλισμός (πυρηνικού αντιδραστήρα, κλιβάνου, αποτεφρωτήρα κ.λπ.), παροπλισμένος πυρηνικός αντιδραστήρας (ή κλίβανος, αποτεφρωτήρας κ.λπ.)
廃案 はいあん

ουσιαστικό

  1. 01 απορριφθέν νομοσχέδιο, εγκαταλελειμμένο σχέδιο
廃船 はいせん

ουσιαστικό

  1. 01 αποσυρμένο πλοίο, παροπλισμένο πλοίο, κουφάρι πλοίου
廃す はいす

ρήμα

  1. 01 καταργώ, εγκαταλείπω, ανακαλώ, διακόπτω
  2. 02 εκθρονίζω, καθαιρώ
廃寺 はいじ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εγκαταλελειμμένος ναός, ερείπια ναού
  2. 02 κλείσιμο ναού
廃課金 はいかきん

ουσιαστικό

  1. 01 υπερβολική δαπάνη χρημάτων για αντικείμενα εντός παιχνιδιού
廃駅 はいえき

ουσιαστικό

  1. 01 εγκαταλελειμμένος σταθμός, κλειστός σταθμός
廃園 はいえん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εγκαταλελειμμένος κήπος
  2. 02 οριστικό κλείσιμο (ζωολογικού κήπου, νηπιαγωγείου κ.ά.)
廃液 はいえき

ουσιαστικό

  1. 01 απόβλητο υγρό
廃位 はいい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 έκπτωση από τον θρόνο, καθαίρεση
廃藩置県 はいはんちけん

ουσιαστικό

  1. 01 κατάργηση του συστήματος των χαν και καθιέρωση των νομών (1871)
廃道 はいどう

ουσιαστικό

  1. 01 καταργημένος δρόμος, εγκαταλελειμμένος δρόμος
廃盤 はいばん

ουσιαστικό

  1. 01 εξαντλημένος δίσκος, εξαντλημένο CD
廃滅 はいめつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αποσύνθεση, καταστροφή
廃物利用 はいぶつりよう

ουσιαστικό

  1. 01 αξιοποίηση απορριμμάτων, ανακύκλωση