120 αποτελέσματα για «建»

建設現場 けんせつげんば

ουσιαστικό

  1. 01 εργοτάξιο
建築士 けんちくし

ουσιαστικό

  1. 01 εγκεκριμένος αρχιτέκτονας και κατασκευαστής, πιστοποιημένος αρχιτέκτονας, εγγεγραμμένος αρχιτέκτονας
建て替え たてかえ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ανοικοδόμηση, ανακατασκευή, επανασύσταση
建屋 たてや

ουσιαστικό

  1. 01 κτίριο για τη στέγαση βαρέων μηχανημάτων
建築学 けんちくがく

ουσιαστικό

  1. 01 αρχιτεκτονική
建築中 けんちくちゅう

ουσιαστικό

  1. 01 υπό κατασκευή
建築現場 けんちくげんば

ουσιαστικό

  1. 01 εργοτάξιο
建具 たてぐ

ουσιαστικό

  1. 01 τατέγκου, εξαρτήματα που ανοίγουν και κλείνουν (πόρτες, παράθυρα, σότζι, φουσούμα κ.ά.), σταθερά στοιχεία
建武 けんむ

ουσιαστικό

  1. 01 περίοδος Κένμου (της ενοποιημένης Ιαπωνίας, 29 Ιανουαρίου 1334 - 29 Φεβρουαρίου 1336)
  2. 02 περίοδος Κένμου (της Βόρειας Αυλής, 29 Φεβρουαρίου 1336 - 28 Αυγούστου 1338)
建設工事 けんせつこうじ

ουσιαστικό

  1. 01 κατασκευαστικό έργο
建設費 けんせつひ

ουσιαστικό

  1. 01 κόστος κατασκευής (κτιρίων)
建て増す たてます

ρήμα

  1. 01 επεκτείνω κτίριο, προσθέτω κτίσμα
建白書 けんぱくしょ

ουσιαστικό

  1. 01 υπόμνημα, αναφορά
建仁 けんにん

ουσιαστικό

  1. 01 εποχή Κενίν (13 Φεβρουαρίου 1201 - 20 Φεβρουαρίου 1204)
建売住宅 たてうりじゅうたく

ουσιαστικό

  1. 01 έτοιμη κατοικία, κατοικία προς πώληση
建設業者 けんせつぎょうしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 εργολάβος (πολιτικών μηχανικών και κατασκευών)
建設業 けんせつぎょう

ουσιαστικό

  1. 01 κατασκευαστικός κλάδος, κατασκευαστική επιχείρηση
建議 けんぎ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πρόταση, εισήγηση
建白 けんぱく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αναφορά, υπόμνημα
建築費 けんちくひ

ουσιαστικό

  1. 01 έξοδα ανέγερσης, κόστος κατασκευής