88 αποτελέσματα για «弁»

弁護士事務所 べんごしじむしょ

ουσιαστικό

  1. 01 δικηγορικό γραφείο, γραφείο δικηγόρου
弁護団 べんごだん

ουσιαστικό

  1. 01 ομάδα δικηγόρων, ομάδα υπεράσπισης, νομική ομάδα
弁士 べんし

ουσιαστικό

  1. 01 ομιλητής, ρήτορας, αγορητής
  2. 02 αφηγητής στον ιαπωνικό βουβό κινηματογράφο, ερμηνευτής ταινιών
弁済 べんさい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εξόφληση, διακανονισμός (χρέους), αποπληρωμή, επιστροφή χρημάτων (εξόδων)
弁護士会 べんごしかい

ουσιαστικό

  1. 01 δικηγορικός σύλλογος
弁当持参 べんとうじさん

ουσιαστικό

  1. 01 μεταφορά γεύματος από το σπίτι
弁財天 べんざいてん

ουσιαστικό

  1. 01 Μπενζαϊτέν, Σαρασουάτι, θεότητα της μουσικής, της ευγλωττίας, των τεχνών, του πλούτου και του νερού
弁ずる べんずる

ρήμα

  1. 01 διαχειρίζομαι, διεκπεραιώνω, φέρω εις πέρας, διακρίνω, ξεχωρίζω
弁別 べんべつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διάκριση, διαφοροποίηση, ξεχώρισμα
弁務官 べんむかん

ουσιαστικό

  1. 01 επίτροπος
弁証 べんしょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διαλεκτική απόδειξη
弁論大会 べんろんたいかい

ουσιαστικό

  1. 01 διαγωνισμός ρητορικής
弁証法的唯物論 べんしょうほうてきゆいぶつろん

ουσιαστικό

  1. 01 διαλεκτικός υλισμός
弁護士費用 べんごしひよう

ουσιαστικό

  1. 01 δικηγορική αμοιβή
弁償金 べんしょうきん

ουσιαστικό

  1. 01 αποζημίωση, επανορθωτικό ποσό, καταβολή αποζημίωσης, επιστροφή χρημάτων
弁慶の泣き所 べんけいのなきどころ

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 αχίλλειος πτέρνα, αδύναμο σημείο, κνήμη
弁疏 べんそ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 δικαιολογία, αγόρευση υπεράσπισης, υπεράσπιση
弁じ立てる べんじたてる

ρήμα

  1. 01 μιλάω εύγλωττα, αγορεύω με ευφράδεια
弁天小僧 べんてんこぞう

ουσιαστικό

  1. 01 Μπεντέν Κοζό (κεντρικός χαρακτήρας του θεατρικού έργου Aoto Zōshi Hana no Nishiki-e)
弁髪 べんぱつ

ουσιαστικό

  1. 01 κοτσίδα, ουρά (παραδοσιακό κινέζικο χτένισμα)