26 αποτελέσματα για «弔»
弔客 ちょうかく
ουσιαστικό
- 01 πενθούντες, άτομα που παρίστανται σε κηδεία ή εκφράζουν συλλυπητήρια
弔祭 ちょうさい
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 μνημόσυνο
弔い上げ とむらいあげ
ουσιαστικό
- 01 τελευταίο μνημόσυνο για το οποίο τελείται επιμνημόσυνη δέηση (συνήθως το τριακοστό δεύτερο ή το τερακοστό ένατο έτος)
弔祭料 ちょうさいりょう
ουσιαστικό
- 01 χρηματικό ποσό που προσφέρεται σε τελετή μνήμης
弔詩 ちょうし
ουσιαστικό
- 01 επικήδειο ποίημα, θρηνητικό ποίημα
弔
- 01 συλλυπητήρια
- 02 πένθος
- 03 κηδεία