29 αποτελέσματα για «弥»

弥明後日 やのあさって

ουσιαστικό, επίρρημα

  1. 01 τρεις ημέρες από σήμερα
  2. 02 τέσσερις ημέρες από σήμερα
弥猛に やたけに

επίρρημα

  1. 01 παρορμητικά, θαρραλέα, φλογερά, με ζήλο, ανυπόμονα
弥猛心 やたけごころ

ουσιαστικό

  1. 01 ένθερμο πνεύμα
弥従兄弟 いやいとこ

ουσιαστικό

  1. 01 δεύτερος εξάδελφος
弥明後日 やなあさって

ουσιαστικό, επίρρημα

  1. 01 τρεις ημέρες από σήμερα
  2. 02 τέσσερις ημέρες από σήμερα
弥生狂言 やよいきょうげん

ουσιαστικό

  1. 01 παράσταση καμπούκι που παρουσιαζόταν τον τρίτο μήνα (κατά την περίοδο Έντο)
弥生山 やよいやま

ουσιαστικό

  1. 01 βουνό τον τρίτο μήνα, με δέντρα που βλαστάνουν δυναμικά
弥猛 やたけ

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 ένθερμος, ανυπόμονος, σφοδρός
  1. 01 ακόμη περισσότερο
  2. 02 όλο και περισσότερο