82 αποτελέσματα για «弱»

弱き者 よわきもの

ουσιαστικό

  1. 01 αδύναμο άτομο, οι αδύναμοι
弱火 よわび

ουσιαστικό

  1. 01 χαμηλή φωτιά (μαγειρική), χαμηλή θερμότητα, σιγανό βράσιμο
弱冠 じゃっかん

ουσιαστικό

  1. 01 ηλικία είκοσι ετών
  2. 02 νεότητα, νεαρή ηλικία, τρυφερή ηλικία
弱くする よわくする

άλλο, ρήμα

  1. 01 χαμηλώνω (θερμότητα, ήχο κ.λπ.), εξασθενώ
弱体 じゃくたい

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 ασθενική κράση, αδύναμο σώμα
  2. 02 ασθενής (για οργανισμό, σύστημα κ.λπ.), αδύναμος
弱い力 よわいちから

ουσιαστικό

  1. 01 ασθενής πυρηνική δύναμη, ασθενής αλληλεπίδραση
弱り果てる よわりはてる

ρήμα

  1. 01 εξαντλούμαι τελείως, καταβάλλομαι πλήρως, καταβεβλημένος είμαι
  2. 02 περιέρχομαι σε πλήρη αμηχανία, βρίσκομαι σε αδιέξοδο, εκνευρίζομαι πολύ, αγανακτώ
弱小国 じゃくしょうこく

ουσιαστικό

  1. 01 μικρή δύναμη, ασθενές κράτος
弱みにつけこむ よわみにつけこむ

άλλο, ρήμα

  1. 01 εκμεταλλεύομαι την αδυναμία κάποιου
弱視 じゃくし

ουσιαστικό

  1. 01 αμβλυωπία, ασθενής όραση
弱いものいじめ よわいものいじめ

ουσιαστικό

  1. 01 εκφοβισμός των αδυνάτων, κακοποίηση των αδυνάτων
弱毒 じゃくどく

ουσιαστικό

  1. 01 χαμηλή τοξικότητα, χαμηλή λοιμογόνος δύναμη
  2. 02 εξασθένιση
弱音をはく よわねをはく

άλλο, ρήμα

  1. 01 γκρινιάζω, εκφράζω παράπονα για την αδυναμία μου
弱化 じゃっか

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αποδυνάμωση
弱卒 じゃくそつ

ουσιαστικό

  1. 01 δειλός στρατιώτης
弱り目に祟り目 よわりめにたたりめ

άλλο

  1. 01 συμφορές που έρχονται η μία μετά την άλλη
弱まり よわまり

ουσιαστικό

  1. 01 υποχώρηση, εξασθένιση
弱酸性 じゃくさんせい

ουσιαστικό

  1. 01 ελαφρά οξύτητα
弱敵 じゃくてき

ουσιαστικό

  1. 01 αδύναμος εχθρός
弱り目 よわりめ

ουσιαστικό

  1. 01 στιγμή αδυναμίας