207 αποτελέσματα για «当»

当惑 とうわく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αμηχανία, σύγχυση, αμήχανη κατάσταση, μπέρδεμα
当の本人 とうのほんにん

ουσιαστικό

  1. 01 το ίδιο το εν λόγω πρόσωπο
当局 とうきょく

ουσιαστικό

  1. 01 αρχές, αρμόδιες αρχές
  2. 02 υπηρεσία μας
当家 とうけ

ουσιαστικό

  1. 01 αυτή η οικογένεια, η δική μας οικογένεια, αυτό το σπίτι, εμείς
当選 とうせん N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εκλέγομαι
  2. 02 κερδίζω βραβείο (σε λαχειοφόρο αγορά κ.λπ.), επιλέγομαι (για βραβείο κ.λπ.)
当てになる あてになる

άλλο, ρήμα

  1. 01 αξιόπιστος, φερέγγυος, εμπιστεύσιμος, σίγουρος
当てにする あてにする

άλλο, ρήμα

  1. 01 υπολογίζω σε κάποιον, προσδοκώ, δείχνω εμπιστοσύνη, βασίζομαι σε κάποιον
当てはめる あてはめる N2

ρήμα

  1. 01 εφαρμόζω
  2. 02 προσαρμόζω
当たり障りのない あたりさわりのない

άλλο

  1. 01 ακίνδυνος (σχόλιο, θέμα κ.λπ.), μη προσβλητικός, ασφαλής, αδιάφορος, ουδέτερος (στάση), αόριστος (απάντηση)
当然のことながら とうぜんのことながら

άλλο, επίρρημα

  1. 01 φυσικά, όπως είναι αναμενόμενο, οφείλει να εκτιμηθεί ότι, κατανοητά, ως αυτονόητο, όπως είναι φανερό, όπως γίνεται κατανοητό
当代 とうだい

ουσιαστικό, επίρρημα

  1. 01 παρούσα εποχή, σύγχρονη εποχή, τωρινός αρχηγός οικογένειας
当店 とうてん

ουσιαστικό

  1. 01 το κατάστημά μας
当座 とうざ

ουσιαστικό

  1. 01 προς το παρόν, αυτή τη στιγμή
  2. 02 άμεσος, παρών, τρέχων
  3. 03 για κάποιο χρονικό διάστημα μετά
  4. 04 λογαριασμός όψεως, τρεχούμενος λογαριασμός
当直 とうちょく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 βρίσκομαι σε υπηρεσία, είμαι σε επιφυλακή
  2. 02 άτομο σε υπηρεσία
当方 とうほう

ουσιαστικό

  1. 01 εγώ, εμείς, η πλευρά μας
当てつける あてつける

ρήμα

  1. 01 ενεργώ με κακία (απέναντι σε κάποιον), κάνω έμμεση επίπληξη, υπονοώ κάτι, αφήνω αιχμές
  2. 02 επιδεικνύω στοργή (μεταξύ δύο ατόμων), προβάλλω τη σχέση μου
当てもない あてもない

άλλο, επίθετο

  1. 01 τυχαίος, άσκοπος
当分の間 とうぶんのあいだ

άλλο, επίρρημα

  1. 01 προς το παρόν, για κάποιο διάστημα
当該 とうがい

ουσιαστικό

  1. 01 αρμόδιος, σχετικός, εν λόγω, προαναφερόμενος, αρμόδιος, εφαρμοστέος, αντίστοιχος
当てずっぽう あてずっぽう

ουσιαστικό

  1. 01 τυχαία εικασία, μαντεψιά, τυφλό χτύπημα, αυθαίρετη υπόθεση