126 αποτελέσματα για «形»

形勢逆転 けいせいぎゃくてん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 η κατάσταση ανατρέπεται, οι ρόλοι αντιστρέφονται, τα δεδομένα αλλάζουν υπέρ του άλλου
形無し かたなし

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 καταστροφή, αχρήστευση, αποτυχία
  2. 02 ολοκληρωτική διαπόμπευση, απώλεια κάθε υπόληψης
形而上学 けいじじょうがく

ουσιαστικό

  1. 01 μεταφυσική
形骸化 けいがいか

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 καθίσταμαι κενό γράμμα, καταντώ τυπική διαδικασία, χάνω το ουσιαστικό μου περιεχόμενο, μετατρέπομαι σε άδειο κέλυφος
形が崩れる かたがくずれる

άλλο, ρήμα

  1. 01 χάνω το σχήμα μου, παραμορφώνομαι
形から入る かたちからはいる

άλλο, ρήμα

  1. 01 ξεκινώ από την εμφάνιση, δίνω προτεραιότητα στα εξωτερικά χαρακτηριστικά ως πρώτο βήμα, εστιάζω επιφανειακά στα τυπικά προσόντα ως αρχή (ενώ μπορεί να παραμελείται η ουσία)
形質 けいしつ

ουσιαστικό

  1. 01 φαινοτυπικό γνώρισμα, κληρονομικός χαρακτήρας
  2. 02 αλληλόμορφο
形而上 けいじじょう

ουσιαστικό

  1. 01 μεταφυσικός
形代 かたしろ

ουσιαστικό

  1. 01 αντικείμενο από χαρτί, ύφασμα, ξύλο κ.λπ. που αντιπροσωπεύει ιερό αντικείμενο
  2. 02 χάρτινη κούκλα που χρησιμοποιείται σε τελετές καθαρμού
形骸 けいがい

ουσιαστικό

  1. 01 άψυχο σώμα
  2. 02 σκελετός (ενός κτιρίου κ.λπ.), σκελετός, λείψανο, ερείπιο, συντρίμμια
  3. 03 άδειο κέλυφος, σκέτο όνομα, νεκρό γράμμα
形勢不利 けいせいふり

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 δυσμενής κατάσταση (τροπή των γεγονότων), μειονεκτική θέση
形体 なりかたち

ουσιαστικό

  1. 01 εξωτερική εμφάνιση
形象 けいしょう

ουσιαστικό

  1. 01 μορφή, σχήμα, εικόνα
形振り なりふり

ουσιαστικό

  1. 01 εμφάνιση, ένδυση, αμφίεση, ντύσιμο
形式主義 けいしきしゅぎ

ουσιαστικό

  1. 01 φορμαλισμός, τυπολατρία
形見分け かたみわけ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μοιρασιά ενθυμίων
なり

ουσιαστικό

  1. 01 στυλ, τρόπος, σχήμα, μορφή, εμφάνιση, κατάσταση
形式ばった けいしきばった

άλλο

  1. 01 επίσημος, τυπικός, τελετουργικός
形式張る けいしきばる

ρήμα

  1. 01 συμπεριφέρομαι τυπικά, είμαι εθιμοτυπικός, τηρώ τα προσχήματα
形状記憶合金 けいじょうきおくごうきん

ουσιαστικό

  1. 01 κράμα μνήμης σχήματος