35 αποτελέσματα για «彫»

彫刻界 ちょうこくかい

ουσιαστικό

  1. 01 ο χώρος της γλυπτικής, οι κύκλοι της γλυπτικής
彫工 ちょうこう

ουσιαστικό

  1. 01 ξυλογλύπτης, χαράκτης, γλύπτης
彫刻術 ちょうこくじゅつ

ουσιαστικό

  1. 01 γλυπτική, χαρακτική, πλαστική τέχνη
彫物師 ほりものし

ουσιαστικό

  1. 01 χαράκτης, γλύπτης
  2. 02 καλλιτέχνης τατουάζ, τατουατζής
彫り上げ細工 ほりあげざいく

ουσιαστικό

  1. 01 ανάγλυφη εργασία, έκτυπη διακόσμηση
彫刻版 ちょうこくばん

ουσιαστικό

  1. 01 χαλκογραφία, εγχάρακτη πλάκα
彫塑術 ちょうそじゅつ

ουσιαστικό

  1. 01 πλαστική τέχνη
彫り上げ ほりあげ

ουσιαστικό

  1. 01 ανάγλυφο, έκτυπη εργασία
彫刻具座 ちょうこくぐざ

ουσιαστικό

  1. 01 Γλυφέας (αστερισμός), το Καλέμι
彫刻室座 ちょうこくしつざ

ουσιαστικό

  1. 01 Γλύπτης (αστερισμός)
彫金家 ちょうきんか

ουσιαστικό

  1. 01 μεταλλοτέχνης, σκαλιστής μετάλλων, χαράκτης
彫刻凹版 ちょうこくおうはん

ουσιαστικό

  1. 01 χαλκογραφία
彫漆 ちょうしつ

ουσιαστικό

  1. 01 τεχνική σκαλιστής λάκας
彫器 ちょうき

ουσιαστικό

  1. 01 κοπίδι χαρακτικής, γλυφείο
  1. 01 σκαλίζω
  2. 02 χαράζω
  3. 03 λαξεύω