38 αποτελέσματα για «影»
影響圏 えいきょうけん
ουσιαστικό
- 01 περιοχή επιρροής
影身 かげみ
ουσιαστικό
- 01 αυτός που βρίσκεται συνεχώς στο πλευρό κάποιου
影裏 えいり
ουσιαστικό
- 01 σκιά
影響者 えいきょうしゃ
ουσιαστικό
- 01 επηρεάζων, επιρροέας
影ナレ かげナレ
ουσιαστικό
- 01 εκφώνηση από τα παρασκήνια (θέατρο, τηλεόραση)
影と形のように かげとかたちのように
άλλο, επίρρημα
- 01 αχώριστα, πάντοτε μαζί
影の内閣 かげのないかく
άλλο, ουσιαστικό
- 01 σκιώδης κυβέρνηση
影印 えいいん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 φωτοαντίγραφο
影印本 えいいんぼん
ουσιαστικό
- 01 φωτογραφική αναπαραγωγή, πανομοιότυπη έκδοση
影富士 かげふじ
ουσιαστικό
- 01 η σκιά του όρους Φούτζι, είδωλο του όρους Φούτζι όπως αντανακλάται σε μια λίμνη κ.λπ.
影響円すい えいきょうえんすい
ουσιαστικό
- 01 κώνιος επίδρασης
影響波及解析 えいきょうはきゅうかいせき
ουσιαστικό
- 01 ανάλυση αντικτύπου
影響緩和 えいきょうかんわ
ουσιαστικό
- 01 μετριασμός επιπτώσεων
影響半径 えいきょうはんけい
ουσιαστικό
- 01 ακτίνα επιρροής
影アナ かげアナ
ουσιαστικό
- 01 ανακοίνωση από τα παρασκήνια (θέατρο, τηλεόραση)
影送り かげおくり
ουσιαστικό
- 01 κοιτάζω επίμονα τη σκιά μου και μετά τον ουρανό για να δω ένα μεταείδωλο
影踏み かげふみ
ουσιαστικό
- 01 καγκεφούμι (παιδικό παιχνίδι), παιχνίδι κατά το οποίο οι παίκτες προσπαθούν να πατήσουν τις σκιές των άλλων
影
- 01 σκιά
- 02 φιγούρα, σιλουέτα
- 03 φάντασμα