45 αποτελέσματα για «往»

往返 おうへん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πήγαινε-έλα, διαδρομή με επιστροφή
往訪 おうほう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πηγαίνω για επίσκεψη, επισκέπτομαι κάποιον
往日 おうじつ

ουσιαστικό

  1. 01 παλαιότεροι καιροί, περασμένες εποχές
往復はがき おうふくはがき

ουσιαστικό

  1. 01 διπλή καρτ ποστάλ με επισυναπτόμενη κάρτα απάντησης
往復航空券 おうふくこうくうけん

ουσιαστικό

  1. 01 εισιτήριο πτήσης μετ' επιστροφής
往信 おうしん

ουσιαστικό

  1. 01 το πρώτο μέρος επιστολικού δελταρίου απάντησης
往航 おうこう

ουσιαστικό

  1. 01 ταξίδι προς τον προορισμό, πτήση αναχώρησης
往来手形 おうらいてがた

ουσιαστικό

  1. 01 άδεια ταξιδιού της περιόδου Έντο
往にし いにし

άλλο

  1. 01 παρελθόν, περασμένα, παλιά, πρότερος
往者 おうしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 αυτός που αναχωρεί, ο διερχόμενος
  2. 02 παρελθόν
往き返り ゆきかえり

ουσιαστικό

  1. 01 πήγαινε-έλα, διαδρομή με επιστροφή
往古より おうこより

ουσιαστικό

  1. 01 από τα αρχαία χρόνια, από αμνημονεύτων ετών
往復ポンプ おうふくポンプ

ουσιαστικό

  1. 01 παλινδρομική αντλία
往復機関 おうふくきかん

ουσιαστικό

  1. 01 παλινδρομική μηχανή
往事渺茫 おうじびょうぼう

άλλο, επίρρημα

  1. 01 αναμνήσεις από περασμένα γεγονότα που ξεθωριάζουν και απομακρύνονται
往事茫々 おうじぼうぼう

άλλο, επίρρημα

  1. 01 αναμνήσεις περασμένων γεγονότων που φαντάζουν μακρινά και απομακρυσμένα
往代 おうだい

ουσιαστικό

  1. 01 αρχαίοι χρόνοι, παλαιές εποχές, χρόνος που έχει περάσει προ πολλού
往んじ いんじ

άλλο

  1. 01 παλαιός, κρυμμένος στο παρελθόν
往復伝搬時間 おうふくでんぱんじかん

ουσιαστικό

  1. 01 χρόνος διάδοσης μετ' επιστροφής
往来物 おうらいもの

ουσιαστικό

  1. 01 οραϊμόνο, είδος σχολικού εγχειριδίου στοιχειώδους εκπαίδευσης που χρησιμοποιούνταν από τα τέλη της περιόδου Χεϊάν έως τις αρχές της περιόδου Μεϊτζί