28 αποτελέσματα για «循»
循環けた送り じゅんかんけたおくり
ουσιαστικό
- 01 κυκλική ολίσθηση, κυκλική μετατόπιση
循環借り じゅんかんかり
ουσιαστικό
- 01 κυκλικός δανεισμός
循環定義 じゅんかんていぎ
ουσιαστικό
- 01 κυκλικός ορισμός
循環風呂 じゅんかんぶろ
ουσιαστικό
- 01 λουτρό με ανακυκλοφορία νερού που προσομοιώνει την παροχή και αποστράγγιση φυσικών πηγών, λουτρό θερμών πηγών κλειστού κυκλώματος
循環呼吸 じゅんかんこきゅう
ουσιαστικό
- 01 κυκλική αναπνοή (τεχνική που επιτρέπει το συνεχόμενο παίξιμο ενός πνευστού οργάνου)
循環器内科 じゅんかんきないか
ουσιαστικό
- 01 καρδιολογία
循環コウ じゅんかんこう
ουσιαστικό
- 01 κυκλικό κο (κανόνας στο παιχνίδι Γκο όπου μια κατάσταση επανάληψης επιλύεται με κυκλική διαδοχή κινήσεων)
循
- 01 διαδοχικός, ακολουθιακός
- 02 ακολουθώ