123 αποτελέσματα για «微»

微熱 びねつ

ουσιαστικό

  1. 01 δέκατη, ελαφρύς πυρετός
微生物 びせいぶつ

ουσιαστικό

  1. 01 μικρόβιο, μικροοργανισμός
微小 びしょう

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 μικροσκοπικός
微々 びび

άλλο, επίρρημα

  1. 01 αμελητέος, ασήμαντος, μικρός
微力 びりょく

ουσιαστικό

  1. 01 μικρή δύναμη, περιορισμένη επιρροή
  2. 02 περιορισμένη ικανότητα, ελάχιστες δυνατότητες, ό,τι μπορεί να κάνει κανείς με τις πενιχρές του δυνάμεις
微粒子 びりゅうし

ουσιαστικό

  1. 01 μικροσκοπικό σωματίδιο, απειροελάχιστο σωματίδιο, αιωρούμενο σωματίδιο
微光 びこう

ουσιαστικό

  1. 01 αμυδρό φως
微分 びぶん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διαφόριση
  2. 02 διαφορικό, παράγωγος
微速 びそく

ουσιαστικό

  1. 01 πολύ χαμηλή ταχύτητα
微少 びしょう

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 πολύ μικρός, απειροελάχιστος, ασήμαντος, αμελητέος
微睡 びすい

ουσιαστικό

  1. 01 ελαφρύς ύπνος, σύντομος υπνάκος
微行 びこう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ταξιδεύω ινκόγκνιτο
微に入り細を穿つ びにいりさいをうがつ

άλλο, ρήμα

  1. 01 εμβαθύνω και στην πιο μικρή λεπτομέρεια
微震 びしん

ουσιαστικό

  1. 01 ασθενής σεισμική δόνηση
微糖 びとう

ουσιαστικό

  1. 01 χαμηλής περιεκτικότητας σε ζάχαρη
微禄 びろく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μικρή αποζημίωση, μικρός μισθός
微増 びぞう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ελαφρά αύξηση, μικρή άνοδος
微罪 びざい

ουσιαστικό

  1. 01 ελαφρύ παράπτωμα, μικροαδίκημα, πταίσμα
微積分 びせきぶん

ουσιαστικό

  1. 01 απειροστικός λογισμός, (διαφορικός και ολοκληρωτικός) λογισμός
微吟 びぎん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 απαγγέλλω ποίηση ή τραγουδώ με χαμηλόφωνη φωνή