28 αποτελέσματα για «徴»

徴兵逃れ ちょうへいのがれ

ουσιαστικό

  1. 01 αποφυγή στρατιωτικής θητείας, λιποταξία
徴兵忌避者 ちょうへいきひしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 λιποτάκτης, φυγόστρατος
徴証 ちょうしょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 σημάδι, ένδειξη

ουσιαστικό

  1. 01 τέταρτη βαθμίδα (της ιαπωνικής και κινεζικής πεντατονικής κλίμακας)
徴古館 ちょうこかん

ουσιαστικό

  1. 01 μουσείο (ειδικότερα με συλλογές παλαιών αντικειμένων)
徴求 ちょうきゅう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 απαίτηση, ζήτηση
徴兵拒否者 ちょうへいきょひしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 αντιρρησίας συνείδησης, αρνητής στράτευσης
  1. 01 ενδείξεις
  2. 02 σημάδι, ένδειξη, σημείο
  3. 03 οιωνός, πρόγνωση
  4. 04 σύμπτωμα
  5. 05 συλλέγω, συγκεντρώνω
  6. 06 αναζητώ, ψάχνω
  7. 07 αναφέρομαι σε, παραπέμπω σε
  8. 08 ερωτώ, αμφισβητώ