77 αποτελέσματα για «必»
必定 ひつじょう
επίθετο, επίρρημα, ουσιαστικό
- 01 αναπόφευκτα, βέβαια
必需品 ひつじゅひん N2
ουσιαστικό
- 01 απαραίτητα είδη, αναγκαίο αντικείμενο, απαιτούμενο, βασικά εφόδια
必要ならば ひつようならば
άλλο
- 01 αν είναι απαραίτητο
必 ひつ
ουσιαστικό
- 01 βεβαιότητα, σιγουριά
必要経費 ひつようけいひ
ουσιαστικό
- 01 απαραίτητα έξοδα, αναγκαίες δαπάνες, φορολογικά αναγνωρίσιμα έξοδα
必中 ひっちゅう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 εύστοχος, ο αυτός που πετυχαίνει τον στόχο
必要悪 ひつようあく
ουσιαστικό
- 01 αναγκαίο κακό
必勝法 ひっしょうほう
ουσιαστικό
- 01 σίγουρος τρόπος για να κερδίσει κανείς
必要事項 ひつようじこう
ουσιαστικό
- 01 απαραίτητα στοιχεία, αναγκαία αντικείμενα, αναγκαίες πληροφορίες, υποχρεωτικά πεδία (σε μια φόρμα), υποχρεωτικά πεδία συμπλήρωσης
必要なし ひつようなし
άλλο
- 01 περιττός, μη απαραίτητος
必須条件 ひっすじょうけん
ουσιαστικό
- 01 απαραίτητη προϋπόθεση
必要条件 ひつようじょうけん
ουσιαστικό
- 01 απαραίτητη συνθήκη, προαπαιτούμενο
必修 ひっしゅう N1
ουσιαστικό
- 01 υποχρεωτικός (μάθημα)
必滅 ひつめつ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 θνητότητα
必要品 ひつようひん
ουσιαστικό
- 01 χίτσου-γιο-χιν (απαραίτητα είδη, αναγκαία εφόδια)
必修科目 ひっしゅうかもく
ουσιαστικό
- 01 υποχρεωτικό μάθημα, αναγκαίο μάθημα
必見 ひっけん
ουσιαστικό
- 01 αξιοθέατο, κάτι που πρέπει οπωσδήποτε να δει κανείς
必須科目 ひっすかもく
ουσιαστικό
- 01 υποχρεωτικό μάθημα, υποχρεωτική διδακτική ενότητα
必要書類 ひつようしょるい
ουσιαστικό
- 01 απαραίτητα έγγραφα, αναγκαία έγγραφα
必敗 ひっぱい
ουσιαστικό
- 01 βέβαιη ήττα