27 αποτελέσματα για «忌»
忌が明ける きがあける
άλλο, ρήμα
- 01 βγαίνω από το πένθος
忌引休暇 きびききゅうか
ουσιαστικό
- 01 άδεια πένθους
忌寸 いみき
ουσιαστικό
- 01 ιμίκι (ο τέταρτος ανώτερος από τους οκτώ κληρονομικούς τίτλους)
忌み箸 いみばし
ουσιαστικό
- 01 πρακτικές απαγορευμένες από το εθιμοτυπικό χρήσης των ξυλακιών φαγητού
忌諱に触れる ききにふれる
άλλο, ρήμα
- 01 προσβάλλω, εκνευρίζω κάποιον, προκαλώ τη δυσαρέσκεια κάποιου
忌み物 いみもの
ουσιαστικό
- 01 αντικείμενο ταμπού, πράγμα που αποφεύγεται ως ακάθαρτο ή δυσοίωνο
忌
- 01 πένθος
- 02 απεχθάνομαι
- 03 απεχθής
- 04 μνημόσυνο, επέτειος θανάτου