34 αποτελέσματα για «忘»

忘れな草 わすれなぐさ

ουσιαστικό

  1. 01 μυοσωτίς (ειδικότερα η υδρόφιλη μυοσωτίς, Myosotis scorpioides)
忘己利他 もうこりた

ουσιαστικό

  1. 01 αυταπάρνηση, ανιδιοτελής αφοσίωση στην υπηρεσία των άλλων
忘るな草 わするなぐさ

ουσιαστικό

  1. 01 μυοσωτίς
忘れ緒 わすれお

ουσιαστικό

  1. 01 διακοσμητική λωρίδα από γάζα που κρέμεται από την μπροστινή αριστερή πλευρά του κοχιμό κατά το δέσιμο του χάνπι
忘れ霜 わすれじも

ουσιαστικό

  1. 01 όψιμος παγετός, παγετός στα τέλη της άνοιξης
忘れ扇 わすれおうぎ

ουσιαστικό

  1. 01 ξεχασμένη βεντάλια (το φθινόπωρο), παρατημένη βεντάλια
忘れられない わすれられない

επίθετο

  1. 01 αξέχαστος, μνημειώδης, στοιχειωτικός, ανεξίτηλος
忘れ花 わすればな

ουσιαστικό

  1. 01 όψιμο άνθος, λουλούδι που ανθίζει μετά την κανονική του εποχή (ιδιαίτερα τον χειμώνα)
忘新年会 ぼうしんねんかい

ουσιαστικό

  1. 01 πάρτι τέλους έτους (που πραγματοποιούνται τον Δεκέμβριο) και πάρτι πρωτοχρονιάς (που πραγματοποιούνται τον Ιανουάριο)
忘却の彼方 ぼうきゃくのかなた

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 αποθήκη της ιστορίας, χωνευτήρι της ιστορίας, αφάνεια, λησμονημένη ανάμνηση
忘れ鼻 わすればな

ουσιαστικό

  1. 01 διακριτική μύτη, μύτη που δεν τραβάει την προσοχή
忘れられる権利 わすれられるけんり

ουσιαστικό

  1. 01 δικαίωμα στη λήθη, δικαίωμα στη διαγραφή
忘却曲線 ぼうきゃくきょくせん

ουσιαστικό

  1. 01 καμπύλη λήθης
  1. 01 ξεχνάω