127 αποτελέσματα για «応»

応接セット おうせつセット

ουσιαστικό

  1. 01 σαλόνι, σετ επίπλων υποδοχής
応募者 おうぼしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 υποψήφιος, αιτών
応用力 おうようりょく

ουσιαστικό

  1. 01 ικανότητα εφαρμογής, ικανότητα αξιοποίησης γνώσεων σε νέες καταστάσεις, πρακτικές δεξιότητες
応援歌 おうえんか

ουσιαστικό

  1. 01 ύμνος υποστήριξης, τραγούδι οπαδών
応射 おうしゃ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ανταποδίδω πυρά, ανταπάντηση πυρών
応仁の乱 おうにんのらん

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 Πόλεμος του Όνιν (1467-1477)
応援演説 おうえんえんぜつ

ουσιαστικό

  1. 01 προεκλογική ομιλία υποστήριξης (υποψηφίου), ομιλία υπέρ ενός υποψηφίου
応報 おうほう

ουσιαστικό

  1. 01 αντεκδίκηση, ανταπόδοση
応手 おうしゅ

ουσιαστικό

  1. 01 απάντηση, αντενέργεια, αντιμέτρο (κυρίως στο σόγκι ή στο γκο)
応用問題 おうようもんだい

ουσιαστικό

  1. 01 ερώτηση εφαρμογής, πρόβλημα που ελέγχει την ικανότητα εφαρμογής θεωρητικών γνώσεων, ασκήσεις
応急修理 おうきゅうしゅうり

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 προσωρινή επισκευή
応援合戦 おうえんがっせん

ουσιαστικό

  1. 01 διαγωνισμός επευφημιών, αναμέτρηση υποστήριξης
応用編 おうようへん

ουσιαστικό

  1. 01 σειρά προβλημάτων (π.χ. σε σχολικό βιβλίο) όπου προηγουμένως αποκτηθείσες δεξιότητες εφαρμόζονται σε καταστάσεις του πραγματικού κόσμου, πρακτική αξιολόγηση
応相談 おうそうだん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 επίτευξη συμφωνίας κατόπιν διαβούλευσης, ζητήματα που διευθετούνται σε προσωπική συνέντευξη
応援団長 おうえんだんちょう

ουσιαστικό

  1. 01 αρχηγός ομάδας υποστήριξης, επικεφαλής των μαζορετών
応急措置 おうきゅうそち

ουσιαστικό

  1. 01 προσωρινό μέτρο, πρόχειρη λύση
応え ごたえ

επίθημα

  1. 01 απόκριση, αίσθηση
  2. 02 αξιόλογος, που αξίζει τον κόπο, ικανοποιητικός
応仁 おうにん

ουσιαστικό

  1. 01 περίοδος Όνιν (5 Μαρτίου 1467 - 28 Απριλίου 1469)
応諾 おうだく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συγκατάθεση, συμμόρφωση
応召 おうしょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ανταπόκριση σε στρατιωτική κλήση, επιστράτευση