33 αποτελέσματα για «恥»

恥の上塗り はじのうわぬり

άλλο

  1. 01 συσσώρευση ντροπής πάνω στη ντροπή, προσβολή πάνω στην προσβολή
恥骨 ちこつ

ουσιαστικό

  1. 01 ηβικό οστό, ηβικό οστό (ανατομία)
恥を知れ はじをしれ

άλλο, επιφώνημα

  1. 01 ντροπή σου!, αίσχος!, ντροπή!
恥毛 ちもう

ουσιαστικό

  1. 01 τριχοφυΐα της ηβικής χώρας
恥垢 ちこう

ουσιαστικό

  1. 01 σμήγμα
恥ずか死ぬ はずかしぬ

ρήμα

  1. 01 πεθαίνω από ντροπή
恥ずかしげ はずかしげ

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 ντροπιασμένος
恥ずかしがる はずかしがる

ρήμα

  1. 01 ντρέπομαι, είμαι συνεσταλμένος, αισθάνομαι αμήχανα, κοκκινίζω από ντροπή
恥ずかしながら はずかしながら

άλλο, επίρρημα

  1. 01 ντροπιαστικά, επαίσχυντα, ντρέπομαι να παραδεχτώ ότι..., ντρέπομαι να πω ότι...
恥骨尾骨筋 ちこつびこつきん

ουσιαστικό

  1. 01 ηβιοκοκκυγικός μυς
恥骨直腸筋 ちこつちょくちょうきん

ουσιαστικό

  1. 01 ηβοορθικός μυς
恥も外聞も はじもがいぶんも

άλλο

  1. 01 ντροπή και κοινωνική εικόνα, αίσθημα ντροπής και μέριμνα για την εξωτερική εμφάνιση
  1. 01 ντροπή
  2. 02 ατίμωση