218 αποτελέσματα για «愛»

愛くるしい あいくるしい

επίθετο

  1. 01 αξιολάτρευτος, χαριτωμένος, γοητευτικός, γλυκός
愛娘 まなむすめ

ουσιαστικό

  1. 01 αγαπημένη κόρη
愛想よく あいそよく

άλλο, επίρρημα, ρήμα

  1. 01 ευχάριστα, εγκάρδια, φιλικά, κοινωνικά, φιλόξενα
愛情表現 あいじょうひょうげん

ουσιαστικό

  1. 01 έκφραση αγάπης, δείξιμο αγάπης
愛想を尽かす あいそをつかす

άλλο, ρήμα

  1. 01 απογοητεύομαι πλήρως, χάνω την υπομονή μου, σταματώ να τρέφω αισθήματα για κάποιον
愛馬 あいば

ουσιαστικό

  1. 01 αγαπημένο άλογο
愛妾 あいしょう

ουσιαστικό

  1. 01 αγαπημένη παλλακίδα (π.χ. του σόγκουν)
愛好家 あいこうか

ουσιαστικό

  1. 01 λάτρης, θαυμαστής, οπαδός, φανατικός φίλος, ερασιτέχνης
愛知県 あいちけん

ουσιαστικό

  1. 01 Νομός Αϊτσί (περιοχή Τσούμπου)
愛車 あいしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 αγαπημένο αυτοκίνητο (ή μοτοσυκλέτα, ποδήλατο κ.λπ.), το όχημά μου
愛国心 あいこくしん

ουσιαστικό

  1. 01 πατριωτικά αισθήματα, πατριωτισμός
愛玩 あいがん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 φροντίζω (ιδιαίτερα ένα κατοικίδιο ή ένα μικρό αντικείμενο), περιθάλπω, τρέφω στοργή για, εκτιμώ, θησαυρίζω
愛憎 あいぞう

ουσιαστικό

  1. 01 αγάπη και μίσος
愛弟子 まなでし

ουσιαστικό

  1. 01 αγαπημένος μαθητής, ευνοούμενος μαθητής
愛好 あいこう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αγάπη, λατρεία, αρέσκεια, πάθος για κάτι
愛玩動物 あいがんどうぶつ

ουσιαστικό

  1. 01 κατοικίδιο ζώο
愛読 あいどく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ευχάριστη ανάγνωση
愛犬 あいけん

ουσιαστικό

  1. 01 αγαπημένος σκύλος, σκύλος συντροφιάς
  2. 02 αγάπη για τους σκύλους, στοργή για τους σκύλους
愛刀 あいとう

ουσιαστικό

  1. 01 αγαπημένο σπαθί, πολύτιμο σπαθί
愛しき いとしき

άλλο

  1. 01 αγαπημένος