42 αποτελέσματα για «慣»
慣習法 かんしゅうほう
ουσιαστικό
- 01 κοινό δίκαιο
- 02 εθιμικό δίκαιο (στο διεθνές δίκαιο)
慣熟飛行 かんじゅくひこう
ουσιαστικό
- 01 πτήση προσανατολισμού, εκπαιδευτική πτήση, πρακτική πτήση
慣用的 かんようてき
επίθετο
- 01 καθιερωμένος, συνηθισμένος, κοινός, τυπικός, ιδιωματικός
慣用語 かんようご
ουσιαστικό
- 01 ιδιωματισμός
慣性モーメント かんせいモーメント
ουσιαστικό
- 01 ροπή αδράνειας
慣性誘導 かんせいゆうどう
ουσιαστικό
- 01 αδρανειακή καθοδήγηση
慣性系 かんせいけい
ουσιαστικό
- 01 αδρανειακό σύστημα, αδρανειακό σύστημα αναφοράς
慣らし保育 ならしほいく
ουσιαστικό
- 01 σταδιακή προσαρμογή (σε παιδικό σταθμό ή νηπιαγωγείο), περίοδος εξοικείωσης, φάση ενσωμάτωσης
慣用読み かんようよみ
ουσιαστικό
- 01 ανάγνωση (μιας λέξης) που έχει καθιερωθεί μέσω της ευρείας χρήσης
慣用法 かんようほう
ουσιαστικό
- 01 χρήση (ιδιαίτερα στη γλώσσα)
慣手段 かんしゅだん
ουσιαστικό
- 01 συμβατικό μέσο, σύνηθες μέσο
慣行取引き かんこうとりひき
ουσιαστικό
- 01 συνήθεις επιχειρηματικές πρακτικές
慣用語句 かんようごく
ουσιαστικό
- 01 ιδιωματισμός, ιδιωματική φράση
慣れた なれた
άλλο
- 01 έμπειρος, εξασκημένος, εξοικειωμένος
慣用音 かんようおん
ουσιαστικό
- 01 καθιερωμένη ανάγνωση καν-γιο-ον ενός κάντζι (σε αντίθεση με εκείνες που προέρχονται από τα κινεζικά)
慣用名 かんようめい
ουσιαστικό
- 01 κοινή ονομασία, δημοφιλής ονομασία, εμπειρική ονομασία
慣用暗号システム かんようあんごうシステム
ουσιαστικό
- 01 συμβατικό κρυπτογραφικό σύστημα
慣用暗号方式 かんようあんごうほうしき
ουσιαστικό
- 01 συμβατικό σύστημα κρυπτογράφησης
慣用語法 かんようごほう
ουσιαστικό
- 01 ιδιωματική χρήση
慣習国際法 かんしゅうこくさいほう
ουσιαστικό
- 01 διεθνές εθιμικό δίκαιο