30 αποτελέσματα για «慰»

慰霊塔 いれいとう

ουσιαστικό

  1. 01 ηρώο μνήμης για τους νεκρούς
慰安所 いあんじょ

ουσιαστικό

  1. 01 οίκος ανοχής για την αναψυχή στρατιωτών (κατά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο), στρατιωτικός οίκος ανοχής
慰労金 いろうきん

ουσιαστικό

  1. 01 χρηματικό επίδομα, αμοιβή για τις υπηρεσίες κάποιου
慰安会 いあんかい

ουσιαστικό

  1. 01 ψυχαγωγική συγκέντρωση
慰問品 いもんひん

ουσιαστικό

  1. 01 είδος παρηγοριάς
慰み半分 なぐさみはんぶん

ουσιαστικό

  1. 01 για πλάκα, από διασκέδαση, επιπόλαια
慰問袋 いもんぶくろ

ουσιαστικό

  1. 01 σάκος ανακούφισης στρατιώτη
慰労休暇 いろうきゅうか

ουσιαστικό

  1. 01 άδεια που παρέχεται ως αναγνώριση της προσφοράς κάποιου
慰めあう なぐさめあう

ρήμα

  1. 01 παρηγορώ ο ένας τον άλλον, προσφέρω αμοιβαία παρηγοριά
  1. 01 παρηγοριά
  2. 02 διασκέδαση, ψυχαγωγία
  3. 03 αποπλανώ, σαγηνεύω
  4. 04 ενθαρρύνω, επευφημώ
  5. 05 κοροϊδεύω
  6. 06 παρηγορώ, ανακουφίζω
  7. 07 παρηγορώ