23 αποτελέσματα για «慶»

慶弔休暇 けいちょうきゅうか

ουσιαστικό

  1. 01 ειδική άδεια για γεννήσεις, γάμους ή θανάτους στην οικογένεια
慶應義塾大学産業研究所 けいおうぎじゅくだいがくさんぎょうけんきゅうじょ

ουσιαστικό

  1. 01 Οικονομικό Παρατηρητήριο Κέιο (KEO)
  1. 01 πανηγυρισμός
  2. 02 συγχαίρω
  3. 03 χαίρομαι
  4. 04 είμαι χαρούμενος