42 αποτελέσματα για «憂»

憂鬱症 ゆううつしょう

ουσιαστικό

  1. 01 μελαγχολία, σοβαρή κατάθλιψη
憂い事 うれいごと

ουσιαστικό

  1. 01 πικρή εμπειρία, δυστυχία, ταλαιπωρία, θλίψη, θλιβερές σκέψεις
憂き身をやつす うきみをやつす

άλλο, ρήμα

  1. 01 αφοσιώνομαι πλήρως σε κάτι, παραδίδομαι ολοκληρωτικά σε κάτι
憂患 ゆうかん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 θλίψη, ανησυχία, δυσφορία
憂憤 ゆうふん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 θλίψη και θυμός
憂心 ゆうしん

ουσιαστικό

  1. 01 θλιμμένη καρδιά
憂き身 うきみ

ουσιαστικό

  1. 01 άθλια ζωή, μίζερη ζωή
憂世 ゆうせい

ουσιαστικό

  1. 01 ανησυχία για την κατάσταση του κόσμου
憂鬱質 ゆううつしつ

ουσιαστικό

  1. 01 τάση για μελαγχολία
憂虞 ゆうぐ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 άγχος, φόβος
憂思 ゆうし

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 θλιμμένος
憂い悩む うれいなやむ

ρήμα

  1. 01 βυθίζομαι στη θλίψη και την αγωνία
憂さを晴らしに うさをはらしに

άλλο, επίρρημα

  1. 01 για ψυχαγωγία, για λόγους εκτόνωσης (απόσπαση της προσοχής από τη θλίψη)
憂戚 ゆうせき

ουσιαστικό

  1. 01 θλίψη, λύπη
憂国慨世 ゆうこくがいせい

ουσιαστικό

  1. 01 ανησυχώ για την κατάσταση της χώρας από καθαρό πατριωτισμό
憂ふ うれう

ρήμα

  1. 01 ανησυχώ για, προβληματίζομαι για, αγωνιώ για
  2. 02 θρηνώ, λυπάμαι, πενθώ
  3. 03 παραπονιέμαι για, θρηνώ, οδύρομαι
  4. 04 υποφέρω από (ασθένεια), ταλαιπωρούμαι από
憂哭 うきね

ουσιαστικό

  1. 01 λυγμός
憂懼 ゆうく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 φόβος, ανησυχία, δέος
憂いる うれいる

ρήμα

  1. 01 ανησυχώ για, αγωνιώ για, προβληματίζομαι για, στρεσάρομαι για
  2. 02 θρηνώ, λυπάμαι, πενθώ, νιώθω θλίψη για
憂う うれう

ρήμα

  1. 01 ανησυχώ για, αγωνιώ για, προβληματίζομαι για, στρεσάρομαι για
  2. 02 θρηνώ, λυπάμαι, πενθώ, νιώθω θλίψη για